ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΣΑΣ



Εδώ μπορείτε να στείλτε κείμενο και φωτογραφίες με τις αναμήσεις σας από το παλιό Μαρούσι.
(αποστολή στο : htharry@gmail.com)

____________________________________________________________________

H ΓΕΝΙΑ ΜΑΣ

Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του '40 '50 '60 και '70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει.
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατουσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.
Ζεσταινόμασταν με σόμπες με ξύλα ή με κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το...
Πρώτο, το Εμπρός. Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.
Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia τα Peugeot 403, τα Renault 10…….. ¨η το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.
Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο , αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας
Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.
Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».
Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια…
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!
Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα.
Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.
Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου……… και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !
Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.
Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες .
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.
Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.
Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.
Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο:

-Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα, με κάτι απίστευτα πούλμαν.
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.
Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.


(κείμενο αγνώστου)

_____________________________________________________________________

«Ο θείος μου ο Σπύρος Λούης»
Ενας Μαρουσιώτης ανασύρει από το οικογενειακό του λεύκωμα εικόνες και στιγμές που έζησε δίπλα στον νερουλά που στέφθηκε ολυμπιονίκης τον Μάρτιο του 1896.

Θερισμός στο Μαρούσι το 1942. Στο μέσον, ο μικρότερος, ο 80χρονος σήμερα Δημήτρης Μασούρης

«Hταν το 1937 όταν τον είδα για πρώτη φορά, πιτσιρίκι εγώ, κοντά 7 ετών. Πήγαινε στην πλατεία Ηρώων, πίσω από το παλιό δημαρχείο του Αμαρουσίου. Εγώ έπαιζα στην πλατεία,εκείνος δούλευε υδρονομέας.Κανονικά τον είχαν παύσει, γιατί η κοινότητα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, αλλά είχε παρέμβει ο υπουργός Κώστας Κοτζιάς ζητώντας να συνεχίσουν να του δίνουν μισθό.Εκείνος όμως ήταν περήφανος: “Θέλω να βγάζω τα λεφτά μου τίμια” έλεγε και παρακολουθούσε από κοντά τη λειτουργία της πομόνας που αντλούσε το νερό για την ύδρευση της κοινότητας. Αρρενωπός, μεγάλου αναστήματος, ευθυτενής, ακόμα και σήμερα μπορώ να φέρω μπροστά μου την εικόνα του. Μάλιστα μίλαγε πολύ γρήγορα και έτσι που ήταν βροντώδης εμείς τα παιδιά τον φοβόμασταν λιγάκι». Ο 80χρονος σήμερα Δημήτρης Μασούρης, επίτιμος σχολικός σύμβουλος Φιλολόγων, καταθέτει τα δικά του βιώματα από τον θείο του, τον θρυλικό ολυμπιονίκη του 1896 Σπύρο Λούη. Ζητεί μόνο να είμαστε προσεκτικοί με το παρελθόν του: «Βλέπετε,οι αναμνήσεις τρέφουν το μέλλον. Και εγώ είμαι δεμένος με τις αναμνήσεις μου».

«Αυτοί είναι οι καλύτεροι»

Ο πατέρας του κ. Μασούρη έτρεξε και αυτός στον μαραθώνιο του 1896. «Είχε έρθει στο καφενείο του Αλημαλά στο Μαρούσι ένας γυμναστής από την Αθήνα, ο Κώστας Πιέτρης. Ζήτησε από τον παπά να φωνάξει τους ωκύποδες (=ταχύποδες) Μαρουσιώτες. Πέντε αγροτόπαιδα παράτησαν αμέσως τις τσάπες τους και παρουσιάστηκαν.Ανάμεσά τους ήταν ο Σπύρος Λούης και ο πρώτος ξάδελφός του και πατέρας μου Σταμάτης Μασούρης (ο προπάππος μου και η μητέρα του Λούη ήταν αδέλφια). Πήγαιναν με τα πόδια το πρωί στα χωράφια τους στη Μάκρη, στη Ραφήνα και αλλού, και το βράδυ γύριζαν στο Μαρούσι. Μεγάλο κατόρθωμα τότε. Πήγαν και άλλοι πολλοί, αλλά ο Πιέτρης είπε: “Οχι,αυτοί είναι οι καλύτεροι!”. Είχε πάρει και τη γνώμη του ιερέα που τα γνώριζε τότε όλα: “Είναι καλά παιδιά, να τους δείξεις εμπιστοσύνη, θα τα καταφέρουν”. Τους έστειλε στην Αθήνα να κάνουν αίτηση για τους προκριματικούς» .
Στον ολυμπιακό μαραθώνιο της 29ης Μαρτίου 1896 (σύμφωνα με το ιουλιανό ημερολόγιο που χρησιμοποιούνταν ακόμη τότε) πήραν τελικά μέρος 17 αθλητές από πέντε χώρες. Ο Σπυρίδων Λούης εστέφθη νικητής με χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψευδοσόφισμα από το ότι “παρέκαμψε” τη διαδρομή» τονίζει ο κ. Μασούρης. «Υπάρχουν αδιάψευστες μαρτυρίες. Ο δρόμος ήταν καθορισμένος και εποπτευόταν από συνοδεία ιππικού και πλήθος κόσμου που παρακολουθούσε. Αλλωστε και πολλοί Μαρουσιώτες είχαν πάει στον Μαραθώνα, στη διασταύρωση της Ραφήνας, στο Πικέρμι,στο Χαρβάτι,στον Σταυρό και στην Αγία Παρασκευή για να δουν τους συγχωριανούς τους και τους άλλους δρομείς. Τους είχαν ετοιμάσει μάλιστα βραστά αβγά και κρασί. Οι πέντε μαρουσιώτες μαραθωνοδρόμοι έτρεχαν όλοι μαζί. Μάλιστα κοντά στον Σταυρό ο Λούης φώναξε στον πατέρα μου: “Στάμο, τώρα ανοίγω και ό,τι γίνει, ακολουθάτε”».

Αντιζηλία στην οικογένεια

Ο Σταμάτιος Μασούρης τερμάτισε τελικά όγδοος (ή έκτος, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή), αλλά ο χρόνος του δεν καταγράφηκε: «Ο πατέρας μου δεν ξανάτρεξε ποτέ. Μόνο γύρω γύρω στο κτήμα στο Μαρούσι, όπου τον προσέλαβε αργότερα δασοφύλακα η Ιφιγένεια Συγγρού. Δεν το ξεπέρασε που δεν ήρθε εκείνος πρώτος ενώ ήταν, όπως πίστευε, εφάμιλλος του Λούη. Από τότε είχε πάντα μιαν αντιζηλία με τον πρωτοξάδελφο. Ηταν και ο παππούς μου που τον τσίγκλαγε : “Καλά, δεν μου έλεγες να πάω εγώ; Θα τους είχα κάνει σκόνη”. Αργότερα,όταν του ζητούσα εγώ, ο μικρότερος γιος του, να μου μιλήσει για τον μαραθώνιο, έλεγε: “Τι τα θέλεις όλα αυτά; Ασ΄τα, είναι στο παρελθόν. Επειτα, δεν ήρθα και πρώτος”. Και για τους Ολυμπιακούς του Βερολίνου (στους οποίους ο Λούης παρέστη ως τιμώμενος προσκεκλημένος) είχε μόνο ένα πικρόχολο σχόλιο : “Μεγαλεία που τυχαίνουν στους ανθρώπους!”» .

«ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΑΚΟΜΗ ΒΟΗΘΟΥΣΕ...»

Ακόμη και μετά τον θάνατό του - πέθανε λίγους μήνες πριν από την ιταλική εισβολή - ο Σπύρος Λούης,όπως αφηγείται ο κ. Δ. Μασούρης,συνέχισε να είναι «παρών». «Ενα βράδυ,τον Δεκέμβριο του 1941, ένας μεθυσμένος Γερμανός μπήκε στο αγροτόσπιτό μας στο Μαρούσι κραδαίνοντας ένα στιλέτο και ζητώντας: “Ντράκμες, ντράκμες”. Μας έπιασε όλους στον ύπνο, εγώ και η αδελφή μου, τα μικρότερα από τα οκτώ παιδιά, τρέμαμε ολόκληρα. Ομως οι γονείς μου κατάφεραν να τον αφοπλίσουν. Υστερα τον πήγαμε τσούρμο,με τη συνοδεία όλης της γειτονιάς, στην Κομαντατούρ, κάπου ένα χιλιόμετρο από το σπίτι μας. Για μία εβδομάδα ο γερμανός φρούραρχος καλούσε τον πατέρα και τη μάνα μου για ανάκριση. Εβγαζαν καμιά δεκαριά στρατιώτες - ανάμεσά τους και τον δικό μας νυχτερινό “επισκέπτη” - και τους ζητούσαν να αναγνωρίσουν ποιος ήταν. Οι γονείς μου τον θυμούνταν βέβαια καλά. Και πάντα μετά την ανάκριση έρχονταν στο σπίτι μας να κάνουν έρευνα και αυτοψία. Οι ανακρίσεις ήταν ένα μαρτύριο. Ολη η γειτονιά μάς συμπαραστεκόταν. Υστερα από μία εβδομάδα η μάνα μου πήρε την απόφαση. O ίδιος ο πατέρας μου ήταν πολύ περήφανος για να ρίξει τα μούτρα του. Η μάνα μου όμως πήγε στο σπίτι του Σπύρου Λούη, κάπου 800 μέτρα από το δικό μας, και βρήκε τη νύφη του, από τον δεύτερό του γιο, τον Γιώργο,την κυρία Ευτυχία.» Αυτή η γυναίκα είχε γερονταγωγήσει και γηροτροφήσει τον Λούη με μεγάλη αφοσίωση. Αυτή ήταν που είχε συγκεντρώσει στοργικά και τα ενθυμήματά του, όσα σώζονταν. Η μάνα μου της ζήτησε εκείνη τη φωτογραφία του στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου. Είναι η στιγμή που ντυμένος με φουστανέλα προσφέρει στον Χίτλερ ένα κλαδί αγριελιάς. Μόλις ο ναζί φρούραρχος είδε τη φωτογραφία και άκουσε πως ο πατέρας μου ήταν συγγενής του Λούη ένιωσε δέος. Πετάχτηκε σαν ελατήριο από το κάθισμά του και υψώνοντας το δεξί του χέρι είπε με βροντερή φωνή: “Χάιλ,Χίτλερ”. Η φωτογραφία είχε κάνει το θαύμα της. Οι γονείς μου αφέθηκαν αμέσως ελεύθεροι. Δεν τους ξαναπείραξε κανείς.Και από τον τάφο του ακόμη ο Λούης βοηθούσε τους συμπατριώτες του. Οπως μάθαμε αργότερα,τον γερμανό στρατιώτη που είχε εισβάλει στο σπίτι μας τον μετακίνησαν στο μέτωπο της Ρωσίας».
Σύμφωνα με τον κ.Μασούρη, δεν θα είναι η μοναδική φορά που το ενσταντανέ του έλληνα ολυμπιονίκη με την Αυτού Φαυλότητα, τον Φύρερ,έσωζε ανθρώπινες ζωές επί Κατοχής: «Είχαν δώσει τη φωτογραφία και σε άλλους που είχαν ανάγκη και κυνηγιούνταν από τους Γερμανούς.Πάντα “έπιανε”». Αρκετά χρόνια αργότερα ο κ.Μασούρης ο νεότερος επισκέφθηκε την κυρία Ευτυχία: «Είχε φυλαγμένη όλη την αλληλογραφία του Λούη (με συγχαρητήριες επιστολές από σημαίνουσες προσωπικότητες) μέσα σε μια πετσέτα της κουζίνας. Τη ρώτησα γιατί οι όλοι οι φάκελοι ήταν σκισμένοι. Μου απάντησε ότι κάποιοι ήρθαν και έσκισαν τα γραμματόσημα. Η ίδια ούτε που αντιλήφθηκε πώς τα πήραν. Πρέπει να ήταν συλλέκτες. Μέχρι σήμερα δεν ξέρω τι έχει απογίνει όλη αυτή η αλληλογραφία» καταλήγει.Μάλλον διότι οι μνήμες, οικογενειακές και εθνικές, δεν τυγχάνουν πάντα του σεβασμού που τους αρμόζει.

____________________________________________________________________


Από τη Γιωργία Β. Μυρεσιώτη

Και η παραμικρή αφορμή αποτελεί ερέθισμα στο να ταξιδέψω πάλι νοερά στους δρόμους σου.. Να ανακατευτώ πάλι ανάμεσα στους ανθρώπους σου.. Ανάμεσα σε ανθρώπους που ακόμα λένε καλημέρα..
Μια μέρα σαν αυτή οι πλατείες σου θα λάμπουν κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο...
Κλείνω τα μάτια και γυρίζω πίσω..
Τότε παντού μοσχομύριζαν μπαχαρικά, και μοσχοσάπουνο από τις σκάφες των νοικοκυράδων που έπλεναν στις αυλές τους. Στις ίδιες αυλές που κρυβόμασταν, μικρά παιδιά παίζοντας κρυφτό, ανάμεσα στις γλάστρες τους, σχεδόν μέσα στα σπίτια τους.
Στην αλάνα μας, στον παράδεισό μας, που πρόσφερε απλόχερα όλο και περισσότερους τρόπους στην παιδική φαντασία μας να μεταφερθεί σε κόσμους μαγικούς όπου επικρατούσαν πότε οι ινδιάνοι και οι καουμπόυδες, πότε οι έλληνες και οι γερμανοί, και πότε αναβιώνοντας την ''Μπουμπουλίνα'', που μόλις είχαμε δει στην Κυριακάτικη μεσημεριανή ταινία στην τηλεόραση. Στο αυτοσχέδιο κουκλοθέατρο μας που έκανε τη μικρή μας γειτονιά να σείεται από τα γέλια. Στους μικρούς μου φίλους που σαν μεγαλύτερη γυρνούσα από το γυμνάσιο φορτωμένη καραμέλες και ξεχύνονταν στην αγκαλιά μου..
Στο σπίτι που πήγα δυο χρονών και κει κατάλαβα τον εαυτό μου.. Μια μονοκατοικία που ακόμα στέκει, γεμάτος τότε τριανταφυλιές ο κήπος της από τον μερακλή πατέρα μου, με όλων των ειδών τα τριαντάφυλλα που σε ξυπνούσαν οι ευωδιές τους τα ανοιξιάτικα πρωινά, με δέντρα που σκαρφάλωνα τις ώρες της πρώτης εφηβικής ονειροπόλησης.. Στο πρώτο μου γατάκι, που μόνη μου ημέρεψα με πολύ υπομονή και πολύ αγάπη, μικρό παιδί. Στις κοτούλες με τα φρέσκα αυγά κάθε πρωί, και στα σκουληκάκια που ανακάλυψα στο μαρουλόκηπο και τα πήγα στο σχολείο στο μάθημα της βιολογίας..
Και αργότερα στη γειτονιά των φίλων από το σχολείο. Παιχνίδια από το πρωί μέχρι το βράδυ στο ρέμα.. Κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, και μετά αυτοσχέδια πάρτυ σε κάποιο σπίτι με μόνη αφορμή το κέφι μας και ένα καινούργιο βίντεοκλιπ. Σε μια ηλικία που δεν ξέρεις αν είσαι μεγάλος ή μικρός, ή καλύτερα που είσαι και μεγάλος και μικρός. Που οι γονείς γνωρίζονταν, που ο μεγαλύτερος αδερφός συνόδευε την αδερφή του με τις φίλες της στη δική του παρέα χωρίς να ντρέπεται. Βόλτες στο ''Εντελβάις'' ή στην Κηφισιά για ''Φρουίτ Παντς'' χωρίς αλκοόλ, γιατί τότε καταλαβαίναμε οι ίδιοι ότι δεν κάνει να πιούμε γιατί είμαστε μικροί ακόμη.
Στον πρώτο μου φίλο, που ξέρω πως έχει γίνει σχετικά πρόσφατα πατέρας, και του εύχομαι κάθε ευτυχία στο σπιτικό του, όση ευτυχία πρόσφερε σε μένα εκείνα τα υπέροχα χρόνια της άδολης παιδικής μας ηλικίας.
Σε όλους τους φίλους εκείνης της χρυσής εποχής, μεγάλους και μικρούς, που σημάδεψαν με τον τρόπο τους μια μοναδική εποχή που δεν γυρίζει πίσω..
Στο Μαρούσι των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων, στις μυρωδιές του, στα θαύματα του, και τέλος στον αγαπημένο μου πατέρα που έφυγε νωρίς από τη ζωή, όμως μου πρόσφερε το μεγαλύτερο δώρο. Την ομορφιά της ζωής.
Άλλαξαν πολύ τα πράγματα από τότε.. Είμαι μακρυά από την μικρή μου πατρίδα χρόνια τώρα. Πότε πότε επισκέπτομαι την παλιά μου γειτονιά και γεμίζω δύναμη, ευχόμενη κάποτε να αξιωθώ να ξυπνάω τα πρωινά στον τόπο μου. Όμως, ότι και να συμβεί, το Μαρουσάκι μου θα είναι ίδιο στα μάτια μου, και πάντα αγαπημένο.
Να είστε όλοι καλά, και να κάνετε την πόλη μας ομορφότερη και καλύτερη.

Στη φωτογραφία φαίνεται ένα μικρό κομμάτι του κήπου της μονοκατοικίας όπως ήταν το 1980, καθώς και τμήματα των απέναντι σπιτιών, τα οποία έχουν κατεδαφιστεί. Ο κήπος πλέον είναι πάρκινγκ, όμως το συγκεκριμένο σπίτι υπάρχει ακόμα διατηρώντας αρκετά από τα αρχικά του στοιχεία.


Σας ευχαριστώ.
Γεωργία Β. Μυρεσιώτη

____________________________________________________________________