ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΜΑΡΟΥΣΙΩΤΕΣ

Αισθάνομαι περήφανος που γεννήθηκα στο Μαρούσι, γιατί πρόλαβα κι έζησα σε μια εποχή που δεν είχαν την τύχη, δυστυχώς, οι νεότεροί μου να ζήσουν. Χρόνια που έφυγαν ανεπιστρεπτί, αλλά άφησαν όμορφες αναμνήσεις, που μας δείχνουν ανάγλυφα την έντονη διαφορά του χθες με το σήμερα.

Πιστεύω στην παράδοση, την απλή ζωή, τη φυσική και γραφική ομορφιά που δεν υπάρχει σήμερα και που αιτία του κακού είναι η παγίδα της αντιπαροχής, που έπεσαν μέσα πολλοί Μαρουσιώτες τη δεκαετία του ’70 παραδίνοντας σ’αυτή τις μνήμες μας, επιτρέποντας τον κατακλυσμό της πόλης μας από επαρχιώτες που μαζεύτηκαν στον ευλογημένο τούτο τόπο, να κατοικήσουν στις πολυκατοικίες, κρύβοντάς μας τον αιώνιο Αττικό ήλιο που έλουζε τις γραφικές μας αυλές, τα μυροβόλα λουλούδια μας και καταργώντας έτσι τις γειτονιές που έπαιζαν ανέμελα τα παιδιά.

Όλοι αυτοί σήμερα θέλουν να αποκαλούνται «Μαρουσιώτες», έχοντας καταλάβει περίοπτες θέσεις στις αρχές της πόλης μας, εξουσιάζοντάς μας, προσλαμβάνοντας και άλλους του είδους τους, έχοντας συμβάλλει στον εμπορικό κορεσμό και στο άβατο της κυκλοφορίας. Οι δε απόγονοί τους, που μεγάλωσαν κι αυτοί κατά τα πρότυπά τους, χωρίς αξίες, και σεβασμό, φέροντας άλλες «σύγχρονες» καινοτομίες, καταστρέφουν πλατείες, χαράσσουν βιτρίνες καταστημάτων, γράφουν με σπρέϋ σε τοίχους και σε παλιά όμορφα σπίτια, που μόνο σε αυτά έχουν πρόσβαση για «έκφραση» εκφράζοντας έτσι την ευγνωμοσύνη τους για την πόλη μας. Είμαι άδικος, θα μου πείτε και υπερτοπικιστής; Ναι, είμαι και δεν χαίρομαι καθόλου που έφτασα έως εδώ, γιατί βλέπω πως κανένας από εσάς δεν ενδιαφέρεται πλέον για τούτο τον τόπο, αλλά και πώς να ενδιαφερθεί εξ άλλου, αφού δεν τον έζησε πριν. Αυτή είναι η αλήθεια που δυστυχώς πονάει.

- ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΤΟΠΙΤΕΣ ΜΟΥ -

Αγαπητοί συντοπίτες μου, θα σας θυμίσω το Μαρούσι, από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, μέχρι και τα τέλη του ’70, τότε που όλα ήταν διαφορετικά.

Η καθημερινότητα του Αμαρουσίου

Όμως, τι να πρωτοθυμηθώ, μια ζωή δεν φτάνει να γράφω αναμνήσεις από τούτο τον τόπο. Θα ξεκινήσω με την καθημερηνότητα της πόλης μας, που το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η ηρεμία στους δρόμους, με τις νοικοκυράδες που βγαίναν για τα καθημερινά τους ψώνια στην αγορά, με τα χαρακτηριστικά διχτάκια τους, ώστε το μεσημέρι να είναι όλα έτοιμα στο τραπέζι που θα επιστρέψει ο πατέρας και τα παιδιά από το σχολείο. Βλέπετε, υπήρχε ακόμα η δομή της οικογένειας, που λίγοι από εμάς διατηρούμε ακόμα. Μόνο «καλημέρα» άκουγες στους δρόμους και έβλεπες χαμόγελα, ευχάριστες και γνώριμες φυσιογνωμίες να περνούν.


Χαρακτηριστικές όμως ήταν και οι φωνές διαφόρων γραφικών πραματευτάδων και γυρολόγων που περιδιάβαιναν τα στενά δρομάκια του Μαρουσιού διαλαλώντας την πραμάτεια τους ή την τέχνη τους. Από αυτούς, θυμάμαι τον «γανωματή» που με στεντόρια φωνή αυτοαποκαλείτο «Γανωτζήηηης...». Άλλη μορφή, ο «παπλωματάς» με ένα περίεργο εργαλείο στον ώμο, σαν πηδάλιο αεροπλάνου που μέχρι και σήμερα ακόμα δεν μπόρεσα να κατανοήσω, έξανε λέγανε μ’ αυτό το μπαμπάκι των παπλωμάτων μας. ΄Ενας γυρολόγος που πουλούσε διάφορα κουζινικά σκεύη, σουρωτήρια, τρίφτες κ.ά., ο «δίφραγκος», λεγόταν έτσι γιατί περνώντας με το κάρο και το άλογό του, το «Γιωργάκη» όπως τον έλεγε, φώναζε «δίφραγκο, δίφραγκοοοο...» ό,τι πάρεις δηλαδή έκανε ένα δίφραγκο, άσχετα αν τα περισσότερα κόστιζαν από τάληρο και πάνω.
Επίσης ο «φασκόμηλος» πουλούσε διάφορα, που χαρακτηριστικά φώναζε «φασκόμηλο, ρίγανη και τσιααάϊιι (όχι τσάϊ), μετά ο παλιατζής που χαρακτηριστικά φώναζε «ο πάλιατζιεεεες, όλα τα παλιά ‘γοράζωωω». Αλλά και ο πλανόδιος, ο μπάρμπα Σταυράκης, με το καροτσάκι που πουλούσε χαλβά Πολίτικο και μας τον έκοβε με ένα ειδικό σφυράκι.
Στο σχολείο, ο τυροπιτάς μας ο Δήμος, με την αξέχαστη σε γεύση τρίγωνη και μεγάλη τυρόπιτα που φώναζε «τρόπτεεες ζεστέεεις», αλλά και ο Μπέης με το καροτσάκι του στο προαύλιο των σχολείων με φυστίκια μέσα σε νάϋλον σωληνωτά διαφανή σακκουλάκια, γλυφιτζούρια κα.

Μετά ήταν και ο «πάγοοος...» που μέρα παρά-μέρα έμπαινε στην αυλή (ανοιχτές οι αυλόπορτες ακόμα) και «έσουρνε» κατά μήκος της αυλής μας μία κολώνα πάγο για το ψυγείο. Το ψυγείο πάγου, ήταν ξύλινο λουστραρισμένο απ' έξω και με βρυσάκι, τυλιγμένο με ένα άσπρο πανάκι στο στόμιο για τον «έλεγχο» της ροής του νερού στο ποτήρι.
Το νερό που το τροφοδοτούσαμε, το μεταφέραμε σε στάμνες Μαρουσιώτικης κατασκευής που έφτιαχναν Σιφναίοι κανατάδες στα γνωστά κανατάδικα του Αμαρουσίου και για πώμα βάζαμε ένα χλωρό κουκουνάρι. Το νερό, ήταν αυτό το ίδιο φημισμένο, από τα σπλάχνα της πόλης μας και από την ίδια βρύση της «Καλλιρρόης» επί της πλατείας Ηρώων, που ο άξιος πρόγονός μας Ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης μετέφερε στην Αθήνα με το κάρο του.
Στις αυλές, οι νοικοκυρές – με όλη τη σημασία της λέξης – έπλαιναν τα ρούχα στις σκάφες, από γαλβανιζέ λαμαρίνα και για πιο λευκά ρούχα χρησιμοποιούσαν το «λουλάκι», μια μπλε παστίλια λουλακί χρώματος που έκανε το νερό μπλε, με αποτέλεσμα να είναι αυτό η θάλασσα στη φαντασία μας, βάζοντας μέσα στη σκάφη τα καραβάκια μας για να παίξουμε.
Άλλοι χαρακτηριστικοί «ήχοι» από την εποχή εκείνη, ήταν τα αεροπλάνα τύπου
Harvard, που είχαν έδρα το Τατόϊ και περνούσαν κάνοντας πολύ θόρυβο, αν και ψηλά, πάνω απ’ το Μαρούσι για την εκπαίδευση των Ικάρων μας. Ωραίο θέαμα προσέφεραν δε, την 28η Οκτωβρίου, όταν περνούσαν σε σχηματισμό πολλά από αυτά, σχηματίζοντας το ΟΧΙ του Μεταξά στον ουρανό, με εκκωφαντικό θόρυβο. Αλλά και άλλα αεροπλάνα, τύπου Dakota, που κάνοντας χαμηλή διέλευση, πετούσαν προκηρύξεις και εμείς τρέχαμε να τις διαβάσουμε.

Πάνω απ’ την πλατεία Ηρώων, όπου σήμερα βρίσκεται το πάρκινγκ των αυτοκινήτων, υπήρχε η λεγόμενη τότε «λάκα», μία έκταση διπλάσια σχεδόν από την πραγματική για τα μάτια μας τότε, που είχε πικροδάφνες, κάτι παλιά μικρά κτίσματα υδραγωγείου προς την λεωφόρο Κηφισίας και δίπλα τους μία τεράστια βελανιδιά. Εκεί, στη λάκα, πηγαίναμε και παίζαμε μπάλα, αμολούσαμε τους χαρταετούς μας, ή όταν ακούγαμε σειρήνες, ξέραμε ότι ακολουθεί ο διάδοχος τότε, Κωνσταντίνος και τρέχαμε να τον χαιρετίσουμε για να μας ανάψει τα φώτα, σε ένδειξη χαιρετισμού! Ε, ρε χαρά που κάναμε! Το ίδιο κάναμε και με τα πυροσβεστικά οχήματα, ευτυχώς όμως, δεν περνούσαν τότε συχνά όπως σήμερα.
Η Κηφισίας τότε είχε ευκάλυπτους δεξιά κι αριστερά και στο ύψος των σχολείων υπήρχε μία νησίδα σχήματος οβάλ, που λεγόταν «αυγό» με νεαρά πευκάκια φυτεμένα γύρω από το άγαλμα του Ανδρέα Συγγρού που υπήρχε στο κέντρο. Άβατο σημείο για εμάς τα παιδιά, γιατί έπρεπε να περάσουμε τη λεωφόρο και έτσι φάνταζε στα μάτια μας σαν το νησί του Αλκατράζ.

Το κέντρο του Αμαρουσίου

Το κέντρο του Αμαρουσίου, όπου ήταν και η αγορά, υπήρχαν όλα τα βασικά μαγαζιά, χασάπικα, ψαράδικα, φούρνοι, μπακάλικα και άλλα. Θυμάμαι όμως το στιλβωτήριο, εκεί δίπλα από το αυγοπωλείο του Κολιδά, επί της Β. Σοφίας που πήγαινα με τον πατέρα μου να γυαλίσουμε τα παπούτσια μας. Καθόμασταν σε αμφιθεατρικούς πάγκους και βάζαμε τα πόδια μας στα ειδικά μπρούτζινα στηρίγματα για να περάσει ο στιλβωτής να τα γυαλίσει. Έβαζε χαρτονάκια από πακέτα τσιγάρων δεξιά κι αριστερά σε κάθε παπούτσι ώστε να μην λερώσει την κάλτσα και άρχιζε τη βαφή. Η καλύτερη στιγμή μου - δεν ξέρω γιατί - ήταν στο τέλος, όταν έβγαζε το βελούδινο βυσσινί χρώματος πανάκι για το τελικό φινίρισμα.
Ακολουθούσε πορτοκαλάδα ΗΒΗ, ή υποβρύχιο (βανίλια) στην πλατεία
Κασταλίας, κάτω από τους πανύψηλους ευκάλυπτους και με την κρήνη στο κέντρο με τα λιονταράκια, που έτρεχε το νερό άφθονο και το άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος επάνω. Εκεί, υπήρχε και τρίποδο πλαίσιο με τα έργα των θερινών κινηματογράφων "Ρέξ" και "Τιτάνια" που χάζευα τις φωτογραφίες από τα στιγμιότυπα των ταινιών αλλά και τους τίτλους, "Σήμερον", Μπεν Χουρ "Κατάλληλον"...

Υπήρχε - και υπάρχει - το σινέ "Διάνα" στη συνέχεια της οδού Περικλέους, που είναι χειμερινό. Εκεί κάθε Κυρική πρωί έπαιζε ταινίες "κατάλληλες" με πειρατές με τον Burt Lancaster, που στο διάλειμμα πέρναγε ένας που πούλαγε σάμαλι, κοκ, πάστες, μπιράλ, σινάλκο, γκαζόζα, ταμ-ταμ κ.α. Επίσης στη Διάνα δίνονταν και θεατρικές παραστάσεις με τον κάτοικο της πόλης μας Φίλιο Φιλιππίδη, το γνωστό Αγκόπ.

Στις αρχές της οδού Ερμού, υπήρχε δεξιά το Ζαχαροπλαστείον - Καφεκοπτείον πολυτελείας του Γαϊτανίδη, απέναντι ο "Γερμανικός" φούρνος, πιο πάνω υπήρχε και το ζαχαροπλαστείο του Κρίνου, που έφτιαχνε γλυκά και μαρμελάδες σε βαζάκια με χειροποίητες επιγραφές και σέρβιρε φρέσκο γάλα, με φρατζολάκι κουλούρι, βούτυρο και μέλι. Τα απογεύματα, έφτιαχνε και λουκουμάδες να κολυμπούν μεσ’ το μέλι και την κανέλλα. Θυμάμαι και άλλα μαγαζιά από την οδό Ερμού, όπως το βιβλιοπωλείο του Γιοβάννου, το μπακάλικο του Αλεξίου, το γνωστό γαλακτοπωλείο του Αυγερόπουλου, το φωτογραφείο του Μπαμπιολάκη, αλλά αυτό που μου έκανε πολλή εντύπωση ήταν το ψιλικατζίδικο του Αλιμπέρτη πιο πάνω αριστερά, ένα ημιυπόγειο που μ’ έστελνε η μάνα μου να πάρω καρφίτσες, αυτές στα κίτρινα χαρτάκια καρφιτσωμένες. Ήταν τόσο γεμάτο αυτό το μαγαζάκι με κρεμασμένα εμπορεύματα από φουστανάκια, νυχτικιές, ράφια με κουτάκια κλωστές, με το ξύλινο πάτωμα και ταβάνι, που όταν μίλαγες ήταν τόση η μόνωση που νόμιζες ότι δεν ακουγόσουν. Δεν ξέρω, αλλά όλα αυτά είναι τόσο έντονα στη μνήμη μου, σαν να τα έζησα χτες.

Τα μεσημέρια της Κυριακής στο φαγητό ήταν συνήθως η τιμητική του αρνιού στο φούρνο με πατάτες Μαρουσιώτικες. Το γεύμα, συνόδευε πάντα το ραδιόφωνο, με τον Γ. Οικονομίδη και τη Ρένα Ντορ στη εκπομπή «Χαρούμενα ταλέντα», ενώ τ’ απογεύματα υπήρχε το ποδόσφαιρο που άκουγες περιδιαβαίνοντας τις γειτονιές. Φυσικά τα μεσημέρια και τα βράδυα δεν έλειπαν από το Μαρούσι και τα γλέντια, που γινόντουσαν στα καλά καθούμενα απρογραμμάτιστα, με τραγούδι και χορό.

Απόκριες στο Μαρούσι

Χαρταετοί «προκάτ» στα περίπτερα, με τις ουρές τους, με τις καλούμπες τους και ότι άλλο αξεσουάρ γουστάρετε παρακαλώ, μάσκες με πολιτικούς, γορίλες, και άλλες γελοίες φυσιογνωμίες της σύγχρονης εποχής σε πιστή απόδοση από ειδικό πλαστικό και μαλλί «ζωντανό» παρακαλώ, πάρε κόσμε, πάρεεε. Αυτά σήμερα.
Ίσως, για πολλούς, φαίνεται ότι με τις σημερινές εκδηλώσεις του Δήμου μας, (και σε όλους τους Δήμους) οι απόκριες είναι ένα μεγάλο γλέντι, αλλά για όλους εμάς τους παλιούς, είναι μία εικονική πραγματικότητα, ένα προκατασκευασμένο θέαμα, με κρυφό τίτλο «έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε». Εδώ θα ήθελα να σας πω, ότι τα γραφόμενά μου δεν έχουν καμία (μα ΚΑΜΙΑ) πολιτική χροιά. Μου είναι παντελώς αδιάφορο σε επίπεδο αυτοδιοίκησης, που ανήκει ο Δήμαρχος, ο νυν, ο προηγούμενος ή και ο επόμενος.
Δεν υπάρχει πλέον στην ατμόσφαιρα η πραγματική διάθεση των αλλοτινών εποχών, όπου οι άνθρωποι ζούσαν τις Απόκριες με την ψυχή τους, γλένταγαν στα σπίτια τους, με καλεσμένους τους γείτονες που πήγαιναν και με τα δικά τους καλούδια σε κατσαρολάκια από αλουμίνιο να διασκεδάσουν όλοι μαζί, χωρίς να ντρέπονται που έφεραν και αυτοί το δικό τους μεζέ, να τραγουδήσουν, να χορέψουν, να πετάξουν κορδέλες και χαρτοπόλεμο, ακόμα και να μεθύσουν βγάζοντας έτσι όλη την καλή τους διάθεση. Και μέσα στο ξεφάντωμα, χτύπαγε η πόρτα και έμπαιναν μασκαράδες, τους φίλευαν με ότι είχανε στο τραπέζι, γελούσανε μαζί και στο τέλος, όταν έβγαζαν τις μάσκες, γινόταν η «έκπληξη», γιατί ήταν γνωστοί Μαρουσιώτες κι αυτοί, από άλλες γειτονιές.
Είναι γνωστά σήμερα τα γλέντια πως γίνονται, με οχλαγωγία στο τραπέζι, με συζητήσεις μεταξύ ανδρών για τις δουλειές, τα αυτοκίνητά τους και τα «καυτά» προπαντός πολιτικά θέματα και γενικά ανακυκλώνοντας την καθημερινότητα με δικά τους λόγια. Άσε πια τις γυναίκες, με τις αγορές τους, πού βρήκαν καλά και φτηνά αξεσουάρ, κρέμες και αν είδαν όλα τα επεισόδια των ηλιθίων σίριαλ από το χαζοκούτι, ή τα κουτσομπολιά των μεσημεριανών προγραμμάτων. Μέσα σε αυτή την υπέροχη ατμόσφαιρα δεν μπορεί να λείψει και η οπτικοακουστική "ομορφιά" της μεγαλειοτάτης τηλεοράσεως που παραμένει ανοιχτή καθ όλη τη διάρκεια του «γλεντιού» προσθέτοντας την πινελιά της σύγχρονης
νοοτροπίας. Μιλάμε για αξέχαστα γλέντια τώρα!
Αλλά ο απόηχος αυτού του γλεντιού, έχει και συνέχεια για τις γυναίκες την επομένη, που παίρνει τηλέφωνο η μία την άλλη, για να σχολιάσουν τι φόραγε η τάδε, η δείνα. Λυπάμαι όλους εσάς που περιγράφω, γιατί ζείτε τη θλιβερή σημερινή πραγματικότητα, που εσείς οι ίδιοι δημιουργήσατε.
Συντοπίτες μου, ντυθείτε μασκαράδες μία φορά σήμερα και χτυπήστε το κουδούνι σε ένα «κλουβί πολυτελείας» να δείτε υποδοχή που θα σας κάνουν.
Όσο για τους χαρταετούς, οργασμός! Τρέχαμε στο χαρτοπωλείο ν’ αγοράσουμε φύλλα χαρτιού διαφόρων χρωμάτων, για να φτιάξουμε μόνοι μας τον «προσωπικό» μας χαρταετό, κανονικό εξάγωνο, φανάρι ή σμυρνάκι, κολλημένο με τη δική μας αλευρόκολλα, με τη δικής μας κατασκευής ουρά και να τυλίξουμε τη δική μας καλούμπα. Να προσθέσουμε επίσης τα «αξεσουάρ» στον χαρταετό μας, τα ξυραφάκια που θα κάναμε «ζημιά» στον άλλον.
Το Μαρούσι ήταν η κατάλληλη περιοχή για τα κούλουμα και τους χαρταετούς, με απέραντους ελεύθερους χώρους κι έτσι από νωρίς ερχόταν και αθηναίοι, συγγενείς και φίλοι Μαρουσιωτών για την Καθαρή Δευτέρα. Μια ματιά στον καθαρό ουρανό, ήταν αρκετή να καταλάβεις, από το πλήθος των χαρταετών που σκέπαζαν την πόλη μας, τη διάθεση που υπήρχε, χωρίς πομπώδεις καρνάβαλους, εκδηλώσεις, ομιλίες και μεγάφωνα με ξενόφερτα τραγούδια τύπου
Labada στους δρόμους. Αγαπητοί μου, περαστικά σας.

Στην εφηβική μας ηλικία, είχαν καθιερωθεί τέτοιες μέρες τα πάρτυ, που περιμέναμε πως και πως. Είχαμε την αγωνία να μάθουμε, ποιός τελικά θα διοργάνωνε από την παρέα το πάρτυ της αποκριάς, ποιές κοπέλες θα ήταν καλεσμένες και έτσι το θερμόμετρο της προσμονής ανέβαινε κατακόρυφα όταν έφτανε τελικά εκείνο το Σάββατο. Ντυσίματα στην πέννα, σύμφωνα πάντα με το πρόσταγμα της μόδας της εποχής, πουκάμισα «μεσάτα» με μακρύς και μυτερούς γιακάδες, στενά πανελόνια μέχρι τα γόνατα και «καμπάνα» από ‘κει και κάτω.
Tom
Jones, Engelbert Humperding, Αdamo, Animals, Beatles και άλλοι τραγουδιστές και συγκροτήματα μας έδιναν την ευκαιρία να πλησιάσουμε πιο κοντά τις ντάμες μας και να ζήσουμε στιγμές που μέχρι να εγκαταλείψουμε αυτόν τον κόσμο θα θυμόμαστε.

Πάσχα στο Μαρούσι

Νταν, νταν, νταν... η καμπάνα της Μητρόπολης της Παναγίας χτύπαγε κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Η Μεγάλο‘βδομάδα είχε μια περίεργη ατμόσφαιρα πένθους, μέσα στις προετοιμασίες που γινόντουσαν στο σπίτι, καθάρισμα, ασπρίσματα στις αυλές, γιατί θα πέρναγε ο Επιτάφιος, περιποίηση των λουλουδιών, αλλά και το βάψιμο των παραδοσιακών κόκκινων αυγών (όχι μπλε και πράσινα), τα τσουρέκια και τα κουλουράκια. Θυμάμαι σαν να είναι τώρα, τις μυρωδιές μέσα στο σπίτι, όταν έβαζε η συγχωρεμένη η γιαγιά το ωμό ακόμα ψωμί κάτω απο την κουβέρτα να «φουσκώσει».
Μόνο σοβαρή μουσική από το ραδιόφωνο, ενώ απαγορευόταν να τραγουδάμε μέχρι το βράδυ της Ανάστασης. Όπως και σήμερα, εξ άλλου, που περνάει ένας νεαρός απόγονος νεόπλουτου με το όχημά του και τρίζει ο τόπος με τα άσματα της αρεσκείας του μες τη Μεγαλοβδομάδα.
Κάθε βράδυ μας έπαιρναν στην εκκλησία να ακούσουμε τη θεία λειτουργία, που ανάθεμα αν καταλαβαίναμε κάτι από αυτά που έλεγε ο παππάς. Όλη την Μεγάλη Εβδομάδα περιμέναμε με αγωνία την Ανάσταση, να γευτούμε την παραδοσιακή μεγειρίτσα και το αρνάκι, μετά από την βασανιστική νηστεία.
Τέλος πάντων, υποφέραμε κι εμείς σαν παιδιά το θείο μαρτύριο, με τις επιβολές των παραδόσεων, αλλά όλα αυτά εν κατακλείδει, έκαναν τη γιορτή αυτή ξεχωριστή, με αποτέλεσμα να τη νοιώθουμε έντονα και να καταλάβουμε ότι είναι Πάσχα. Ομολογώ ότι δεν είμαι πολύ τακτικός στην εκκλησία, αλλά αισθάνομαι Χριστιανός και πράττω σαν Χριστιανός, αλλά όλα τα παραπάνω, λέω ευτυχώς που μου συνέβησαν και με έκαναν να ζήσω και να ευχαριστηθώ πραγματικά κάθε Πάσχα εκείνων των εποχών.
Ευτυχώς που τις σημερινές Πασχαλιές, οι νεόπλουτοι δεν αντέχουν για πολύ μακρυά από τον τόπο τους και μας αφήνουν λίγο να θυμηθούμε την ηρεμία του τόπου μας φεύγοντας άρων-άρων ομαδικώς σαν ποντίκια που τους άνοιξαν τη φάκα. Δυστυχώς όχι όμως για πολύ, γιατί θα επιστρέψουν μαζί με τα λάδια τους και τα άλλα αγαθά του τόπου που αφήσαν για να εγκατασταθούν εδώ. Υπομονή όμως, ως τις εκλογές, που φεύγουν ξανά επιβεβαιόνοντας το ρητό: «Αλλού τρων’ και πίνουν, αλλού παν’ και το δίνουν»... τόσο πολύ αγάπησαν αυτόν τον τόπο.

Άνοιξη στο Μαρούσι

Όλο το Μαρούσι τότε, αν θυμάστε, ήταν ένας ανθόκηπος με όλα τα λογής λουλούδια ανθισμένα και όλα τα δέντρα. Οι πεντακάθαρες αυλές μας ήταν πραγματικοί παράδεισοι, με τα γεράνια, τις τριανταφυλιές, τα γιασεμιά, το αγιόκλημα, το βασιλικό και τις κληματαριές. Απαραίτητο στο σκηνικό της αυλής, το στρογγυλό μεταλλικό τραπεζάκι με τις ψάθινες καρέκλες που κάθονταν οι επισκέπτες μας και τους προσφέραμε το γλυκό κουταλιού με το κρύο νερό.
Ο πραγματικός παράδεισος όμως ήταν το ευλογημένο δάσος του Συγγρού, στα βόρεια της πόλης μας, που μπαίνοντας ήσουν σε άλλο τόπο, μαγεμένος από την παλέττα των χρωμάτων της γης, τα κελαηδίσματα των πουλιών, τις πεταλούδες και τις φυστικιές δεξιά και αριστερά του δρόμου, ανηφορίζοντας πρός το «Παλατάκι», που ήταν το σπίτι της Ιφιγένειας και του Ανδρέα Συγγρού.
Τις Κυριακές, πολλές Μαρουσιώτικες οικογένειες πήγαιναν από το πρωί στο κτήμα του Συγγρού με τα φαγητά τους και καθόντουσαν εκεί μέχρι το απόγευμα μαζεύοντας χόρτα ή χαμομήλι, ενώ για τα παιδιά ήταν ο ιδανικός χώρος να παίξουν και να ευχαριστηθούν. Ευτυχώς για όλους μας το κτήμα του Συγγρού δεν πειράχτηκε και εύχομαι να παραμείνει αιώνια εκεί.
Κάτι που θυμάμαι από την εποχή αυτή, ήταν και τα μοναδικά πρωϊνά (μία φορά κάθε χρόνο) που γέμιζε ο αέρας από γαυγίσματα σκυλιών. Τι ήτανε; Εμβολιασμός των σκυλιών στην πλατεία Ηρώων! Κάθε λογής σκυλιά τα έφερναν οι ιδιοκτήτες τους για να τα εμβολιάσει το «κτηνιατρικό», η κρατική υπηρεσία που ερχόταν κάθε τέτοια εποχή. Θυμάμαι και το φορτηγό με τον «μπόγια» που ερχόταν να μαζέψει τα αδέσποτα σκυλιά. Τι θέαμα ήταν κι αυτό!...

Σαν έφηβοι πια, η Άνοιξη ήταν η εποχή των ατελείωτων περιπάτων από το Μαρούσι μέχρι την Κηφισιά και το Κεφαλάρι. Απόλαυση το προφιτερόλ του Βαφειάδη στο σταθμό, αλλά και απόλαυση οι παρέες στο θρυλικό «Ίρις» πιο πάνω από το σταθμό. Εκεί γινόντουσαν όλα, οι συναντήσεις μας, πλάκες, ευτράπελα και τόσα άλλα που δεν μπορώ να περιγράψω τώρα. Όλα αυτά τώρα είναι μαζεμένα και τακτοποιημένα στο μυαλό μας και σε πρώτη ζήτηση απόδρασης από την καθημερινότητα για κάθε έναν από εμάς.

Καλοκαίρι στο Μαρούσι

Τα καλοκαίρια ήταν μαγευτικά, ή τουλάχιστον έτσι μας φαινόταν, όπως όλες οι εποχές εξ άλλου. Ήταν οι μήνες που δεν είχαμε σχολείο και πηγαίναμε για τα μπάνια κάθε πρωί, με το ασπρόμαυρο τότε, λεωφορείο της γραμμής και αργότερα με "μοντέρνα" πούλμαν, που μας συνόδευαν στη διαδρομή τα τραγούδια της Βουγιουκλάκη - προς την παρθένα τότε Λούτσα. Χμμ, είπα Λούτσα, μου θυμίζει τις «παρ’ ολίγον ονειρεμένες διακοπές των μικρομεσαίων» σήμερα.
Μετά το μπάνιο, έχω ακόμα τη γεύση από το "θεϊκό" κασέρι του Τόσκα στο στόμα μου, που είχε λαδώσει από τη ζέστη και το έτρωγα με το φρέσκο κουλουράκι που είχαμε αγοράσει από το φούρνο του Παπαμιχαήλ κατηφορίζοντας για τη στάση του λεωφορείου, με τη «ζωντανή» ντομάτα και τα ονειρεμένα κεφτεδάκια που είχε φροντίσει να είναι έτοιμα από βραδύς η μάνα μου.
Τα μεσημέρια στο Μαρούσι επικρατούσε μια νεκρική σχεδόν ησυχία, που μόνο το
λεωφορείο διατάρασσε περνώντας μέσα από το Μαρούσι, ανηφορίζοντας τη Β. Σοφίας, προς την Κηφισιά. Μόνιμοι όμως καλοκαιρινοί "ταραξίες" ήταν τα τζιτζίκια που βούϊζαν σε όλο το Μαρούσι μέχρι αργά τη βράδυ, που στη συνέχεια τη σκυτάλη έπαιρναν τα τριζόνια που ακουγόντουσαν από τα ανοιχτά παράθυρα και μας νανούριζαν.
Νωρίς τα απογεύματα, ο κυρ Σπύρος με την υδροφόρα του Δήμου κατάβρεχε τους πυρακτωμένους από το μεσημέρι δρόμους, προσφέροντας έτσι δροσιά στους κατοίκους. Εμείς δε, τρέχαμε παράλληλα με την υδροφόρα, ξυπόλυτοι, και το νερό με την πίεση μας έβρεχε τα πόδια. Τι ευχαρίστηση! Όλοι μας είχαμε πληγές στα γόνατα, γιατί πέφταμε με το τρέξιμο και τα παιχνίδια και το νερό που έπεφτε με πίεση μας έτσουζε. Μετά από αυτό δε, θυμάμαι τη μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα των δρόμων μας και την αμυδρή κι ευχάριστη υγρασία στην ατμόσφαιρα, που αναδυόταν.
Εδώ, θα ήθελα να κάνω μία παρένθεση, για σας θυμίσω και τα περίφημα ξύλινα πατίνια που φτιάχναμε εξ ολοκλήρου μόνοι μας, με τα ρουλμάν που χάλαγαν τον κόσμο στο πέρασμά μας, ειδικά όταν περνούσαμε κατά "αγέλες" διασχίζοντας τις γειτονιές. Τα πατίνια είχαν και τα αξεσουάρ επάνω, όπως σημαίες, φαναράκια και για τους πιο προχωρημένους τρανζιστοράκια για "μουσική απόλαυση". Ευτυχώς, μετά από λίγα χρόνια τα αντικαταστήσαμε με τα ποδήλατα που νοικιάζαμε από τον
Χατζηγιάννη ή πιο πέρα το Σταμάτη και έτσι ησύχασαν όλοι.
Άλλη αγαπημένη μας «δραστηριότητα» τα καλοκαίρια, ήταν και ο πόλεμος που παίζαμε, με ξύλινα σπαθιά (δικής μας κατασκευής και αυτά) φορώντας μάσκες και περικεφαλαίες από χαρτόνι, προσποιούμενοι αρχαίους ήρωες.
Αργότερα, έβγαιναν και καρέκλες στα κατώφλια των σπιτιών, με τις γιαγιάδες που μιλούσαν με τις απέναντι, ενώ τα παιδιά παίζαν ανέμελα στο δρόμο, μέχρι να φανεί κάποιο αυτοκίνητο! Οι μανάδες, εν μέσω του παιχνιδιού, μας φώναζαν να μας δώσουν ψωμί βρεγμένο με ζάχαρη, ή με μαρμελάδα σπιτική, ή φρέσκο αυγό «χτυπητό»!
Και σαν έπεφτε το βραδάκι γύρω στις οκτώμισυ, να κι ο «γαλατάς» με το ποδήλατο (αργότερα τρίκυκλη μοτοσυκλέτα με καλάθι) και το φρέσκο γάλα από τις αγελάδες του. Με τη σειρά τους οι μανάδες μας, με τα άδεια χοντρά μπουκάλια, περίμεναν να τους τα γεμίσει ο κυρ Σπύρος (Σπύρος και αυτός), ώστε να έχουμε την επομένη για το πρωϊνό μας.

Δεκαπενταύγουστο στο Μαρούσι

Ποιός μπορεί να ξεχάσει το Δεκαπενταύγουστο, μιά λαμπρή γιορτή που ζούσαν έντονα όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι. Υπήρχε - και υπάρχει ακόμα - το μεγάλο πανηγύρι του Αμαρουσίου που προσέλκυε πολύ κόσμο όχι μόνο από τις γύρω πόλεις, αλλά και μέχρι από τα Μέγαρα και τη Σαλαμίνα ερχόντουσαν (αρβανιτοχώρια κι αυτά βλέπετε).
Από την παραμονή, γέμιζε η πλατεία Ηρώων από πραματευτάδες που κατασκήνωναν για το πανηγύρι. Ερχόντουσαν πλανόδιοι κάθε λογής, με αρκούδες, με μαϊμούδες και ντέφια, λατερνατζήδες, τα καροτσάκια με το μαλλί της γριάς, παγωτά, καλαμπόκια, μυρωδιές που έκαναν μία μοναδική ατμόσφαιρα γιορτής και πραγματικού πανηγυριού.
Στο πανηγύρι, που γινόταν επί της οδού Μητροπόλεως, μύριζε έντονα η ασετιλίνη από τις λάμπες των εμπόρων. Λιγοστά και πρωτόγονα – για σήμερα - τα τυποποιημένα παιχνίδια που πουλούσαν, μικρά λεωφορεία από τσίγκο, που στο εσωτερικό τους διάβαζες στην πίσω όψη του τσίγκου, γράμματα από τον τενεκέ που ήταν από Φυτίνη «ΕΛΑΪΣ», ή τα ξύλινα καράβια, «Νεράϊδα» έγραφαν και που ήταν τα πιο ακριβά θυμάμαι.
Προσιτά παιχνίδια ήταν τα πλαστικά σε σχήμα καρδερίνας σφυριχτράκια, που βάζαμε νερό και «κελαϊδούσαν», κι άλλου τύπου σφυρίχτρες, τα μεταλλικά βατραχάκια τικ-τακ και το κορυφαίο, μεταλλικό κι αυτό, βαρκάκι που άναβες ένα φυτιλάκι και προχώραγε μέσα σε μια λεκάνη με νερό γύρω-γύρω... τι εφεύρεση κι αυτή!
Το γιο-γιο, οι σβούρες οι μεγάλες μεταλλικές, που σφύριζαν σαν τις πίεζες και γυρνούσαν, ή τις πασίγνωστες ξύλινες σβούρες με πέταλο, ή με καρφί για τους προχωρημένους, στο κάτω μέρος τους. Ακόμα, ένα υπερσύγχρονο παιχνίδι ήταν και το «Σπούτνικ», μία λαβή που στο επάνω μέρος του είχε μία έλικα, που τραβώντας ένα σπάγγο στη λαβή έφευγε και πήγαινε πραγματικά πολύ ψηλά, αλλά είχε και το ρίσκο του, γιατί άν έπεφτε η έλικα επάνω σε κεραμίδια, τότε πραγματικά έμενες με ...τη λαβή στο χέρι. Μπορεί να ξεχνάω κα’να δυό ακόμα, αλλά αυτά τα ολίγα ήταν αρκετά για μας.
Πιο πέρα, στην πλατεία Αγίας Λαύρας, ερχόταν και το λούνα πάρκ, με τις αιωρούμενες βάρκες, τη σκοποβολή με αεροβόλο, τους κρίκους με τα μπουκάλια και τόσα άλλα... Επίσης, στην πλατεία αυτή ερχόντουσαν και πολύ γνωστοί τραγουδιστές, όπως ο Καζαντζίδης,
αλλά και άλλοι αστέρες της εποχής.
Από νωρίς το απόγευμα, μετά το κατάβρεγμα των δρόμων από την υδροφόρα, η οδός Β. Σοφίας έλαμπε από καθαριότητα και...έκλεινε για τα αυτοκίνητα, ακόμα και για τη συγκοινωνία! Ναι, καλά διαβάσατε, έκλεινε και ο δρόμος και γέμιζε από τραπέζια με άσπρα τραπεζομάντηλα και ποτήρια γιατί υπήρχαν τα περίφημα τότε Μαρουσιώτικα κοκορετσάδικα «η Ρούμελη» του Μακρή και του Κουσουρή, με λιχουδιές όπως εξοχικό, κοκορέτσι, σπληνάντερο, μποξά που έφτιαχναν με μοναδικές συνταγές οι «μαστόροι» αυτοί. Εκτός από αυτή την ψησταριά, έρχοταν και κινητές ψησταριές που κάλυπταν και τον υπόλοιπο χώρο και γινόταν το αδιαχώρητο από τους πανηγυριώτες, Μαρουσιώτες και ξένους. Για να δείτε πόσο γνωστά ήταν αυτά τα μαγαζιά, μια φορά περνώντας από τους Αγίους Θεοδώρους προς Κόρινθο με τους γονείς μου, φυσικά απ’ τον παλιό δρόμο που πέρναγε από μέσα, τα εκεί κοκορετσάδικα είχαν ταμπέλες που έγραφαν «κοκορέτσι Μαρουσιώτικο»!

Ανοίξαν τα σχολεία

Σεπτέμβριος, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, μας έλεγαν. Προετοιμασίες για το σχολείο, κόλες μπλε λουλακί για να ντύσουμε όλα τα τετράδια και να βάλουμε ετικέτες με καθαρά και «στρογγυλά» γράμματα : «Τετράδιον Ορθογραφίας τ.. μαθητ...». Αυτά τα αγοράζαμε από το παντοπωλείο, με όλη τη σημασία της λέξης, του κυρ Γιώργη Παπακωνσταντίνου, ένα μεγάλο γωνιακό κατάστημα, με τρίριχτη στέγη επι της οδού Β. Σοφίας και Αναβρύτων στην πλατεία Ηρώων. Είχε τα πάντα, μπακάλικο, είδη κυνηγίου και σχολικά, αλλά και βώλους πήλινους που παίζαμε. Η ταμπέλλα έγραφε "Κυνηγετικά είδη - Εδώδιμα Αποικιακά.
Ένα άλλο κατάστημα, ήταν το απέναντι και διαγώνια από του κυρ Γιώργη, του άλλου Γιώργη, του Γκολφινόπουλου. Σ’ εκείνο πηγαίναμε και αγοράζαμε γραμματόσημα για τις συλλογές μας, αλλά κυρίως για να βγάλουμε χαρτάκια με «σημαίες» ή «Προσωπικότητες» αργότερα, που συλλέγαμε. Είχε ένα μεταλλικό κίτρινο κουτί έξω από το μαγαζί και αφού τοποθετούσαμε το πενηνταράκι σε μία υποδοχή, στρίβοντας ένα μοχλό, έβγαινε το χαρτάκι από μία σχισμή και μια τσίχλα σε ένα κουτάκι σε μορφή βώλου. Η μια πλευρά είχε τη σημαία και πίσω έγραφε όλα τα χαρακτηριστικά του κράτους αυτού κι έτσι μαθαίναμε παίζοντας και αλλάζοντας μεταξύ μας χαρτάκια.
Έτσι κάπως ξεκίναγε η σχολική μας χρονιά, και στη συνέχεια με το «μαρτύριο» του Χειμώνα, που ερχόταν στην ώρα του κάπου στις αρχές με τα μέσα Οκτωβρίου και εμείς με τα κοντά πεντελονάκια μας ανηφορίζαμε για το Δημοτικό, ενώ ο βοριάς πάγωνε τα τρυφερά μας ακόμα πόδια που «έσκαγαν» από το κρύο. Τα απογεύματα διαβάζαμε, γράφαμε τις εργασίες του σχολείου για την επομένη και όταν τελειώναμε, αν το επέτρεπε ο καιρός βγαίναμε για παιχνίδι.
Το μήνα αυτό, τον Τρυγητή, περνούσαν από τα δρομάκια του Μαρουσιού οι σούστες γεμάτες σταφυλοκόφινα και μουστοβάρελα, που πήγαιναν να φτιάξουν το κρασί του χειμώνα! Εμείς τα παιδιά καταλαβαίναμε τον Σεπτέμβρη από την ευωδιά της μουσταλευριάς που έφτιαχναν στο σπίτι. Βλέπετε τότε, λέγανε κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο και έτσι ήταν. Το χειμώνα δεν υπήρχαν ντομάτες ή καρπούζια, παρά μόνον τα φρούτα της εποχής, που ήταν όμως «φρούτα».

Χειμώνας στο Μαρούσι

Δεν είχαμε την «τύχη» να ζούμε σε «κλουβιά πολυτελείας», με όλα τα «ροκφόρ», που έλεγε και η Βασιλειάδου σε μία ταινία, να έχουμε καλοριφέρ ή πλήρη ηχομόνωση, διπλά τζάμια και ασφάλεια από το έλεος του καιρού. Η βροχή ακουγόταν μέσα από το σπίτι, τα λούκια των υδρορροών του έσταζαν, ο άνεμος που σφύριζε τα βράδια μανιασμένος και διάφορα αντικείμενα που πηγαιονοέρχονταν και χτυπούσαν στο έδαφος σε κάνανε να φοβάσαι μπρος στη δύναμη της φύσης. Ακόμα και το θρόϊσμα των φύλλων των δένδρων ακουγόταν μέσα από τα γραφικά σπιτάκια των Μαρουσιωτών.
Πολλά σπίτια, στις έντονες βροχοπτώσεις «έμπαζαν» και η αγωνία των ιδιοκτητών τους, τους έδινε το μήνυμα ότι ήρθε ο χειμώνας, βαρύς και απειλητικός. Όλα αυτά τα φαινόμενα και οι ήχοι της φύσης έδιναν ανέκαθεν σε όλους τους καλλιτέχνες το έναυσμα να δημιουργήσουν και να καταγράψουν τα έντονα συναισθήματα που ένοιωθαν. Ίσως είχε δίκιο ο αξέχαστος Τσαουσάκης που τραγούδησε την επιτυχία «Πέφτουν της βροχής οι στάλλες», όταν κάποτε τον ρώτησαν «μα γιατί σήμερα δεν γράφουν τέτοια τραγούδια;» κι ο Τσαουσάκης απάντησε: «ίσως γιατί σήμερα, δεν ακούνε τη βροχή που στάζει πάνω στη λαμαρίνα».
Ο χειμώνας συνεχιζόταν, μετά έρχονταν τα χιόνια, η χαρά για εμάς τα παιδιά, που μέσα απ’ τα θολά και λεπτά τζάμια των σπιτιών μας, βλέπαμε έξω το υπέροχο υφάδι του χιονιού, σχεδιάζοντας με το δάχτυλό μας διάφορες καρικατούρες στο θολό μας τζάμι, ενώ έξω το χιόνι έβαζε τα λευκά σκουφάκια σε όλη τη φύση.
Έξω, επικρατούσε αντίστοιχη σιγή με αυτήν του καλοκαιριού, ίσως ακόμα μεγαλύτερη (λόγω του χιονιού που είναι ηχομονωτικό), γιατί το λεωφορείο δεν πήγαινε στην Κηφισιά λόγω της χιονόπτωσης, οι δε διαβάτες, από ελάχιστοι έως καθόλου στο δρόμο, σαν να έδωσε ο Χειμώνας το γενικό πρόσταγμα να μην βγει κανένας έξω. Μέσα λοιπόν, ήταν χαρακτηριστικές οι εικόνες με τη γκαζιέρα του πετρελαίου που μας ζέσταινε, τις κορελούδες, τη γιαγιά που έπλεκε πετσετάκια με ψιλό βελονάκι και τη γάτα μας, κουλουριασμένη στα πόδια της, παρακολουθώντας με τα πονηρά μάτια της το κουβαράκι που πηγαινοερχόταν σε κάθε τράβηγμα, ενώ τα δωμάτια χωρίς γκαζιέρα ήταν στην κατάψυξη. Δηλαδή και μέσα στο σπίτι αισθανόσουν το χειμώνα, ειδικά όταν έπρεπε να σε μπανιάρουν. Αξέχαστα μπάνια κι αυτά.

Χριστούγεννα στο Μαρούσι

Τα σχολεία κλείσανε, η γιορτή των Χριστουγέννων φτάνει και πρέπει να γίνουν πάλι οι απαραίτητες προετοιμασίες, τα παραδοσιακά γλυκά, κουραμπιέδες, μελομακάρονα και άλλες λιχουδιές. Μεγάλη χαρά για εμάς τα παιδιά, που θα έρθει ο Άη Βασίλης, να μας φέρει τα δώρα και θα ζήσουμε το παραμύθι μας, τις αξέχαστες στιγμές που στολίζαμε το δέντρο και το παιχνίδι μέσα στο σπίτι με τους φίλους μας.
Τα κάλαντα, που βγαίναμε να πούμε στους γείτονες, που αυτοί με ζεστό χαμόγελο και πραγματική ευχαρίστηση μας έδιναν το χαρτζιλίκι συνοδευόμενο με μελομακάρονα ή κουραμπιέδες κι εμείς, γεμάτοι χαρά, φεύγαμε για το επόμενο σπίτι. Ήρεμες, όμορφες εικόνες, με αγάπη για τους συνανθρώπους, από άλλες εποχές που δεν υπάρχουν πια στις μεγαλουπόλεις. Σήμερα, ληστεύουν τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα άλλα, ξενόφερτα, εκτός Ελλάδος «παιδάκια». Έχουμε κι αυτά να αντιμετωπίσουμε βλέπετε, μέσα σε όλα τα άλλα.

Κάπου εδώ κλείνω το αφιέρωμά μου προς εσάς αγαπητοί συντοπίτες, που ελπίζω να σας άφησε μια γλυκειά γεύση, από το παλιό, καλό Μαρούσι. Μετά απ’ όλα αυτά πιστεύω ότι τότε δεν είχαμε τίποτα, αλλά τα είχαμε ΟΛΑ, γιατί τελικά, η ζωή είναι απλή αλλά εμείς την έχουμε κάνει πολύπλοκη.

Πολλαπλασιάσαμε τα υπάρχοντά μας και μειώσαμε τις αξίες μας.

Όσο για εσάς, συμπαθείς κατά τα άλλα, "Μαρουσιώτες" που τα έχετε "όλα" αλλά δεν έχετε ΤΙΠΟΤΑ, καλό θα είναι να σεβαστείτε τον τόπο που σας φιλοξενεί και εμάς που σας δεχθήκαμε με καλή πίστη για μια αρμονική συμβίωση!


____________________________________________________________________

ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΩΝ ΜΑΡΟΥΣΙΩΤΩΝ

Όταν οι αγροτικές εργασίες των Μαρουσιωτών μετά το αλώνισμα είχαν καλμάρει και το γέννημα αναπαυόταν στις αποθήκες τους, καιρός ήταν να ξεκουραστούν, πριν αρχίσουν οι άλλες που είχαν σειρά, όπως π.χ. το φύτεμα της πατάτας, το μάζεμα του φασολιού, των οπωρικών, ο τρύγος κλπ. Ετοιμάζονταν για τις διακοπές τους στις πλησιέστερες ακτές της Αττικής. Οι διακοπές δεν κάλυπταν μεγάλο χρονικό διάστημα, το πολύ μιαν εβδομάδα. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη ευχέρεια χρόνου. Τα μέρη, όπου σύχναζαν ήταν η Βουλιαγμένη, τα Λεγραινά, η Ραφήνα, ο Άγιος Ανδρέας, το Πλέστι, το Ζούμπερη (από τον οικιστή του, που ειπώθηκε και Φλωρίδα για την όμορφή του θάλασσα κοντά στη Νέα Μάκρη).

Μαρουσιώτες στο Ζούμπερη τη δεκαετία του '30.

Γράφει ο Δηµήτρης Mασούρης
Αφού εξασφάλιζαν άνθρωπο έμπιστο να έχει, όσο θα έλειπαν, το νου του στο σπίτι, δηλαδή να ποτίσει τις γλάστρες και για ό,τι άλλο, όσο θα έλειπαν –οι κλοπές στο Μαρούσι ήταν τότε ανύπαρκτες– έφευγαν για τις παραλίες. Η καλύτερη εποχή για τις διακοπές ήταν το διάστημα από της Αγίας Παρασκευής μέχρι το τέλος του Αλωνάρη. Πήγαιναν τρεις τέσσερις οικογένειες μαζί, ο καθένας με το δικό του μεταφορικό μέσο, που ήταν σούστα ή κάρο. Φόρτωναν σανό, κριθάρι, μπιτόνια με νερό, πεπόνια, καρπούζια, καρβέλια ψωμί για μιαν εβδομάδα, κρασί, ελιές, κότες, ρούχα, αξίνες, πριόνια, σφυριά, καρφιά, τηγάνια, τεντζερέδες, παιδιά και γονείς. Κάτω από το κάρο κρεμόταν ο κουβάς για να ποτίζουν τα ζώα. Πίσω από το κάρο, δεμένα απ’ το καπίστρι με τριχιές, ακολουθούσαν τα τετράποδα, γαϊδούρια, άλογα, μουλάρια, προβατίνες, κατσίκες. Όλα αυτά ήταν απαραίτητα συνακόλουθα. Ποιος θα φρόντιζε τα ζώα, να τα ταΐζει να τα ποτίζει, αυτά θέλανε ιδιαίτερη φροντίδα.
Ξεκινούσαν καραβάνια - καραβάνια πολύ πρωί, σχεδόν νύχτα. Και είχαν τη χαρά να φτάσουν εγκαίρως πριν τους πάρει «η λαύρα της μέρας» μέχρι τη θάλασσα. Κι όταν έφταναν, άρχιζε το μαρτύριο. Οι άντρες είχαν να ξεζέψουν, να δέσουν τα ζώα, να τα περιποιηθούν, να πελεκήσουν τα κλωνάρια από τα πεύκα, να τα καρφώσουν και να φτιάξουν πρόχειρα την καλύβα τους ή τη σκηνή τους, που ήταν συνήθως κάτω από το πεύκο κοντά στην αμμουδιά. Οι γυναίκες έπρεπε να ετοιμάσουν φαγητό. Τα παιδιά ανυπόμονα έτρεχαν στη θάλασσα να βραχούν και ο σκύλος χαρούμενος μαζί τους.
Κι όταν ερχόταν το βράδυ, οι μεταπανσέληνες ώρες χάριζαν παραμυθένιες στιγμές κάτω από το αναμενόμενο φως του φεγγαριού ή της ασετυλίνης. Περνούσαν ξέγνοιαστες ώρες, ακούγοντας μουσική αμανέδικη από το παμπάλαιο φωνόγραφο με δίσκους της πολυαγαπητής Ρόζας Εσκενάζυ.
Σμίγανε παρέες παρέες –δεν υπήρχαν εκεί καφενεία– θυμούνταν ιστορίες παλιές, κάνανε ατέλειωτες συζητήσεις μέχρι αργά και μετά πήγαιναν για ύπνο κάτω από τα πεύκα σε ξύλινα κρεβάτια που αυτοί είχαν στήσει. Μέσα στη νύχτα δεν άκουγες τίποτε άλλο παρά τη φωνή του γκιώνη και το φλοίσβο της θάλασσας να σε αποκοιμίζουν. Κι ερχόταν το ξημέρωμα με το μονότονο τραγούδι των τζιτζικιών, θαμπό ασημένιο μετά χρυσορόδινο, με θριαμβευτή τον ήλιο να χαράζει την πορεία του πάνω στο άτρεμο γαλάζιο νερό της θάλασσας.
Οι γυναίκες άρμεγαν τις κατσίκες για το πρωινό των παιδιών και έψαχναν στους θάμνους για αυγά, ενώ από μακριά φαινόταν η ψαροπούλα, που ερχόταν φορτωμένη μαρίδες, γόπες, πέρκες, σαλάχια για την τηγανιά του μεσημεριού, φρέσκα ολόφρεσκα σπαρταριστά.
Απόφευγαν να πηγαίνουν στα βαθιά νερά. Σε άλλο σημείο έπαιρναν το λουτρό τους οι άντρες και σε άλλο οι γυναίκες. Δεν έκαναν ηλιοθεραπεία. Απλά στέγνωναν. Μαγιό δε φορούσαν, οι άνδρες με τα εσώρουχα, οι γυναίκες με τα μισοφόρια και καθώς έμπαιναν στο νερό φούσκωναν και έδιναν την εντύπωση σωσίβιου, γι αυτό τα έπιαναν με τις παραμάνες στα πόδια τους. Μερικοί χώνονταν στην άμμο. «Κάνει καλό» έλεγαν «στους ρεματισμούς και τα αθριτικά».
Έβαζαν επίσης και τα ζώα τους στη θάλασσα. Τα πρόβατα –χιώτικης ράτσας για να κατεβάζουν πολύ γάλα– καθώς ήταν κουρεμένα γίνονταν κάτασπρα και τα άλογα έβγαιναν ανανεωμένα. Ήταν θαυμάσιο θέαμα να τα βλέπει κανείς να κολυμπάνε. Το κεφάλι τους έξω από το νερό έμοιαζε παρθενώνιας ζωφόρου. Όταν έβγαιναν, τινάζονταν, χλιμίντριζαν ευχαριστημένα και υψώνονταν στα δύο τους πισινά πόδια για να δείξουν την ιππική τους μεγαλοπρέπεια. Τα περισσότερα άλογα στο Μαρούσι ήταν ουγγρικής ράτσας, πανάκριβα τότε.
Μετά το μπάνιο τους κάθονταν στον ίσκιο του κέδρου –ένας τέτοιος κέδρος σώζεται ακόμη στην παραλία του Ζούμπερη και είναι σπάνιος στην περιοχή σήμερα– έπαιρναν το ουζάκι τους με ελιά τουρσί, ντομάτα, αγγουράκι ή λίγο θράψαλο, που τό ’χε ξεβράσει η θάλασσα με το φεγγάρι. Και έπειτα το νόστιμο μεσημεριανό, κόκορας κοκκινιστός με χιλοπίτες και τυρί από το τουλούμι, κρασί (ντόπιο δικό τους), καρπούζι ή πεπόνι, που το είχαν κρυώσει στο κύμα.
Το βράδυ μερικοί έβγαιναν τσάρκα με το φανάρι στα ρηχά μέχρι το γόνατο, για να πιάσουν κάτι θαλασσινό, καβουράκια, ό,τι τύχει.
Τέτοιες αξέχαστες ώρες νοσταλγικές μικρός είχα ζήσει, όταν μερικά καλοκαίρια πηγαίναμε με άλλες μαρουσιώτικες οικογένειες να πλύνουμε στον Άγιο Αντρέα τα χαλιά της Παναγίας. Φόρτωναν οι επίτροποι του ναού πάνω σε μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο τις ψάθες και τα χαλιά της εκκλησίας. Τα έριχναν στη θάλασσα, τα έδεναν με πέτρες και τα χτυπούσε το κύμα, πλένοντάς τα. Μετά τα άπλωναν κάτω από τη σκιά των πεύκων, πάνω στους θάμνους για στέγνωμα.
Οι μέρες για όλους περνούσαν ευχάριστα και οι Μαρουσιώτες απολάμβαναν τις διακοπές τους. Και όταν ζύγωνε η ώρα της επιστροφής, το κλάμα των παιδιών δεν περιγραφόταν. Ήθελαν να μείνουν κι άλλο. Αλλά οι αγροτικές εργασίες δεν περίμεναν. Μάζευαν τα πράγματά τους. Τα φόρτωναν στα υποζύγια, εύχονταν και «του χρόνου» και γύριζαν στο Μαρούσι, που ήταν η λατρεία τους και δεν το άλλαζαν με τίποτα!

_____________________________________________________________________