Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ


ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΘΜΟΝΕΙΣ

Οι Αθμονείς είχαν ένα ιερό αφιερωμένο στην Αφροδίτη Ουρανία, προστάτιδα του πλατωνικού έρωτα. Ο σαρκικός έρωτας ανήκε στην Πάνδημον Αφροδίτη.
Έλεγαν λοιπόν οι Αθμονείς πως το ιερό της Ουρανίας Αφροδίτης το ίδρυσε ο Πορφυρίων, ένας βασιλιάς αρχαιότερος από τον Ακταίο. Αυτό σημαίνει πως οι Αθμονείς είναι πανάρχαιοι κάτοικοι και μάλιστα τόσο παλαιοί που χάνονται στα βάθη των αιώνων, διότι οι βασιλείς των Αθηνών ήταν με τη σειρά οι εξής:
Ακταίος, Κέκροψ (ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Ακταίου), ο γιος του Κέκροπα ο Ερυσίχθων – που δεν πρόλαβε να βασιλέψει γιατί πέθανε νέος. Μετά από αυτόν, βασιλείς έγιναν ο Κραναός, ο Αμφικτύων και ο Εριχθόνιος. Ωστόσο, ο Εριχθόνιος, είναι ήδη «μυθικό» πρόσωπο εφ’ όσον οι γονείς του ήταν ο Ήφαιστος και η Γη κι ο ίδιος είναι μισός άνθρωπος, μισός φίδι από τη μέση και κάτω. Πράγμα που δείχνει και θέλει να πει μεταφορικά πως οι κάτοικοι είναι αυτόχθονες.
Φανταστείτε λοιπόν πόσο παλαιότεροι του Εριχθόνιου είναι οι κάτοικοι εφ’ όσον ο Πορφυρίων είναι αρχαιότατερος των έξι προηγουμένων βασιλέων.
Παρά ταύτα, ο πολιτισμός σε αυτούς του πανάρχαιους χρόνους ήκμαζε, αφού υπάρχει αναφορά στο ιερό της Αφροδίτης (Πλούταρχος-Αττικά) και διάκριση Πανδήμου και Ουρανίας θεάς αλλά και φιλοσοφία – διάκριση δηλαδή μεταξύ σαρκικού και πλατωνικού έρωτα!

____________________________________________________________________


3.500 ΧΡΟΝΙΑ ΖΩΗ!

Στο ίδιο ακριβώς μέρος που βρήσκεται το Ολυμπιακό Στάδιο, πριν από 2.500 χιλιάδες χρόνια έκαναν οι Μαρουσιώτες τους δικούς τους... Ολυμπιακούς Αγώνες κάθε χρόνο την Άνοιξη! Τότε το Μαρούσι λεγόταν Άθμονον και ήταν ένας από τους δώδεκα Δήμους της Αττικής που είχε ιδρύσει ο βασιλιάς Κέκροπας για να προστατεύσει την Αθήνα από τους επιδρομείς.

Λουτροφόρος που βρέθηκε στο
κτήμα Συγγρού.

Πανάρχαιο το Άθμονον κατοικημένο από τα μέσα της δεύτερης προ Χριστού χιλιετίας, φημισμένο για το λάδι και το κρασί του, είχε την τιμή να φιλοξενεί τον ένα από τους τέσσερις περιφερειακούς Ολυμπιακούς Αγώνες που γίνονταν στην αρχαία Ελλάδα. Οι άλλοι τρεις φιλοξενούνταν στους Δελφούς, στη Νεμέα και στον Ισθμό της Κορίνθου. Οι κεντρικοί Ολυμπιακοί Αγώνες γίνονταν στην Ήλιδα στη σημερινή Ολυμπία. Ήταν αγώνες που σφυρηλατούσαν την ιδέα της Ειρήνης και της Συμφιλίωσης και ταίριαζαν "γάντι" στους Αθμονείς που ήταν ο πιο ήσυχος λαός της Αθηναϊκής Συμπολιτείας.

Ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Στην "Ειρήνη" ο Αριστοφάνης επαινεί τους αρχαίους Μαρουσιώτες στο πρόσωπο του Τρυγαίου του Αθμονέα "που προτιμούσε να ασχολείται με τα αμπέλια και τις ελιές του παρά να συκοφαντεί και να μηχανορραφεί". Παράλληλα κατακρίνει "τους φιλοπόλεμους Αθηναίους". Επαινεί τους Μαρουσιώτες και στους "Όρνιθες" στο πρόσωπο του Πεισθέταιρου του Αθμονέα ο οποίος αγωνιζόταν μαζί με τον φίλο του τον Ευελπίδη να απαλλάξει την Αθήνα από τους δημαγωγούς.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αθμονεύς ήταν και ο Χαρίνος ο πρώτος πρόεδρος της αρχαίας αθηναϊκής Βουλής το 378 π.χ. ο οποίος αγωνίστηκε και το πέτυχε να σταματήσουν οι έριδες και να γίνουν πολλές ελληνικές πόλεις σύμμαχοι των Αθηναίων.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Άθμονον λέγονταν Αμαρύσια διότι γίνονταν προς τιμήν της Αμαρυσίας Αρτέμιδος μπροστά στο Ιερό της το οποίο βρισκόταν εκεί που σήμερα βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας της Νερατζιώτισσας. Στην πεδιάδα που απλωνόταν μπροστά στο Ιερό προς τον νότο, εκεί που βρίσκονται σήμερα οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις, μαζεύονταν κάθε χρόνο την Άνοιξη αθλητές από όλη την Ελλάδα για να τελέσουν τα Αμαρύσια στα οποία δεν γίνονταν μόνο αθλητικοί αγώνες αλλά και μουσικοί και χορευτικοί μέχρι και αγώνες... οινοποσίας! Στη διάρκεια των αγώνων στεφανώνονταν με χρυσά στέφανα οι άρχοντες που είχαν εκτελέσει τα καθήκοντα τους με ζήλο.

Ο ΗΡΩΔΗΣ ΑΤΤΙΚΟΣ

Με την κατάληψη της αρχαία Αθήνας και των Δήμων της από τους Ρωμαίους, το Αθμονον καταλεηλατήθηκε από τους κατακτητές οι οποίοι άρπαξαν όλα τα έργα τέχνης και τα μετέφεραν στη Ρώμη. Η Αττική είδε άσπρο πρόσωπο μόνο στα χρόνια του φιλαθηναίου Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος έφτιαξε το περίφημο υδραγωγείο που περνούσε μέσα από το Αθμονον με κατεύθυνση τον χώρο του σημερινού Ολυμπιακού Σταδίου. Ο Ρωμαίος αξιωματούχος Ηρώδης Αττικός που ξόδεψε την περιουσία του για να φτιάξει το Παναθηναϊκό Στάδιο και το Ωδείο Ηρώδου Αττικού, αγαπούσε πολύ το Αθμονον στο οποίο έκανε αρκετά έργα.

Κτίσμα με πιθάρια στη θέση της οδού Ηροδότου.

Ένα από αυτά ήταν η μεταφορά του Ιερού της Αμαρυσίας Αρτέμιδος από την αρχική του θέση(εκεί που βρίσκεται σήμερα η Παναγία η Νερατζιώτισσα) στο απέναντι προς τη δύση ύψωμα(εκεί που βρίσκεται σήμερα ο Αϊ Γιάννης ο Πέλικας) για να φαίνεται καλύτερα από την πεδιάδα όπου γίνονταν οι γιορτές των Αμαρυσίων.
Με την επικράτηση του Χριστιανισμού άρχισαν να χτίζονται στο Μαρούσι εκκλησίες ιστορικά μνημεία μοναδικά στην Αττική όπως :

• Η Παναγία η Νερατζιώτισσα που χτίστηκε στα ερείπια του πρώτου Ιερού της Αμαρυσίας Αρτέμιδος.

Η Παναγία Νερατζιώτισσα

• Ο Αϊ Γιάννης ο Πέλικας που χτίστηκε στη θέση του δεύτερου Ιερού της Αμαρυσίας Αρτέμιδος.

Ο Αϊ Γιάννης ο Πέλικας

• Η Παναγία η Μαρμαριώτισσα (μετέπειτα Άγιοι Ανάργυροι) που χτίστηκε στη θέση άλλου Ιερού.

• Οι Άγιοι Ασώματοι(Ταξιάρχες) που χτίστηκαν στη θέση επίσης αρχαίου Ιερού. Ανάμεσα στις αγιογραφίες του υπάρχει και μία του αγίου... φιλοσόφου Πλάτωνα!

Οι Άγιοι Ασώματοι (Ταξιάρχες)

• Ο Άγιος Γεώργιος(νεκροταφείο) που προστατεύεται από το 1923 "ως προέχον βυζαντινό μνημείο".

• Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων στα Κανατάδικα που επίσης έχει χτιστεί στη θέση αρχαίου Ιερού. Στα τέλη του περασμένου αιώνα βρέθηκε εκεί εντοιχισμένη μία επιγραφή γραμμένη με γράμματα του αττικού αλφάβητου του 5ου αιώνα προ Χριστού στην οποία αναφερόταν το όνομα ΠΙΣΤΟΚΛΗΣ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ ΑΘΜΟΝΕΥΣ που ανήκε σε πρόσωπο πρωταγωνιστικό της κωμωδίας του Αριστοφάνη "Όρνιθες" (αναφερθήκαμε σ' αυτόν παραπάνω).

• Ο Άγιος Θωμάς στην ομώνυμη περιοχή κοντά στον Παράδεισο Αμαρουσίου.

______________________________________________________________

Τα Ρημοκκλήσια του Μαρουσιού


Άμα χαλαστεί ο άνθρωπος, αρχίζει να σιχαίνεται τα απλά και τα φτωχά πράγματα. Μα πολλές φορές ξανάρχεται στον παλιό εαυτό του, σαν τον μεθυσμένον που ξεμέθυσε, και τότε καταλαβαίνει πάλι μεγάλη όρεξη για την απλότητα, και χαίρεται μέσα του και ειρηνεύει, και θέλει να ζει ταπεινά και ήσυχα.

Tότε του αρέσουνε πάλι τα ταπεινά και τ' απονήρευτα πράγματα, και νοιώθει μέσα του την γλυκύτητα του Χριστού και την ειρήνη που είναι μέσα στο Ευαγγέλιο. Γιατί χωρίς απλή καρδιά, αληθινός χριστιανός δεν γίνεται κανένας. Αυτό θα το νοιώσεις από κάποια λόγια των αγίων που λένε: «Όποιος δεν γνώρισε την ειρήνη, δεν γνώρισε τη χαρά. Αν αγαπάς την πραότητα, ζήσε με ειρήνη· κι αν αξιωθείς την ειρήνη, θα χαίρεσαι σε κάθε καιρό. 'Ανθρωπος με πολλές έγνοιες, δεν ειμπορεί να γίνει πράος και ησύχιος. Η ταπείνωση μαζεύει την καρδιά, κι όταν ταπεινωθεί ο άνθρωπος, ευθύς τον σκεπάζει το έλεος. Η προσευχή είναι χαρά. Η βασιλεία των ουρανών, μέσα μας βρίσκεται. Η χαρά που νοιώθει ο άνθρωπος για το Θεό, είναι πιο δυνατή από τούτη τη ζωή. Όποιος φτωχεύει από τα πλούτη του κόσμου, πλουτίζεται με τα πλούτη του Θεού. Όποιος αγαπά τα φανταχτερά πράγματα, δεν μπορεί να έχει ταπεινά αισθήματα, γιατί η καρδιά από μέσα τυπώνεται με τα ίδια σχήματα που είναι απ' έξω». Εσύ που διαβάζεις τούτα που γράφω, μη με βαρεθείς και πεις πως ολοένα σου λέγω τα ίδια, για το Χριστό, για την απλότητα, για την ταπείνωση. Άμα μπορέσει να καταλάβει η καρδιά σου την γέψη τους, θα δεις πως θα μου δώσεις δίκιο. Σου τα λέω και τα ξαναλέω από τον πόθο που έχω να σου μεταδώσω την μια και μόνη αληθινή χαρά, που κ' εγώ άργησα να τη βρω, μα που τη βρήκα με τη βοήθεια του Θεού· και η αγάπη σε σένα με κάνει να μην σου κρύψω αυτό το μονοπάτι που μ' έβγαλε σ' ένα έμορφο περιβόλι που δεν το υποπτευόμουνα.

Αυτή την ήμερη και κρυφή χαρά του Χριστού (τη λέγω χαρά του Χριστού γιατί Εκείνος μας την έδωσε, και γιατί άλλος κανένας δεν μπορεί να τη δώσει), την έχουνε τα ρημοκκλήσια και τα εξωκκλήσια μας, προπάντων όσα είναι κτισμένα προ τρακόσια χρόνια ίσαμε την Επανάσταση του Εικοσιένα. Αυτόν τον καιρό οι Έλληνες ήτανε βουνίσιοι, δεν γνωρίζανε γράμματα, μα μέσα τους είχανε την κρυφή σοφία της θρησκείας. Είτανε βασανισμένοι, φτωχοί, ταπεινοί, ντροπαλοί, μ' όλο που είτανε καρτερικοί και πολεμούσανε απάνω στα βουνά με παλληκαριά μεγάλη. Από τον καιρό που πάρθηκε η Πόλη, το έθνος μας είτανε πικραμένο, κι' αυτή η πίκρα έκανε την καρδιά μας να πάγει πιο βαθειά. Γιατί η θλίψη φέρνει την υπομονή, κ' υπομονή την ταπείνωση. Για τούτο, αν διαβάσεις τα λόγια που είπε ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος στους στρατιώτες μια μέρα πριν σκοτωθεί, θα κλάψεις· θαρρείς πως είναι τροπάρι της Μεγάλης βδομάδας. Να, αυτό θέλω να πω πως είχανε οι Έλληνες σε κείνα τα χρόνια της σκλαβιάς, και πως η ταπείνωση δεν μπόδιζε την παλληκαριά, ίσια ίσια την έκανε πιο τιμημένη και πιο αληθινή. Για τούτο κύτταξε τι σεμνότητα είχε ο Μπότσαρης, ο Διάκος, ο Κατσαντώνης, ο Ανδρούτσος, ο Βλαχάβας, ο Κανάρης, ο Τομπάζης, ο Κουντουριώτης, ο Τσαμαδός, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ρογών Ιωσήφ, ο Ησαΐας Σαλώνων κ' οι άλλοι καπεταναίοι, κοσμικοί και κληρικοί. Κύτταξε και θα βρεις αυτό που λέγω, στα γραψίματα του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Φωτάκου, του Σκουζέ, στα τραγούδια των τσοπαναρέων. Τυραννισμένος κόσμος, υπομονετικός, Χριστιανός. Ε, απ' αυτή τη συμπαθητική μοσκοβολιά, που θαρρείς πως βγαίνει από τα αγριολούλουδα των βουνών μας, απ' αυτή την ευωδία μοσκοβολάνε τα φτωχά τα ρημοκκλήσια μας, που είναι κτισμένα σε κάθε μέρος, απάνω σε βουνά και σε διάσελα, σε βράχια έρημα και σε κλεισούρες, σε νησιά και σε ακροθαλασσιές, κ' ημερεύουνε την πλάση αυτά τα αγιασμένα σπιτάκια του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων. Σ' όποιο μέρος πας, θα σε καλωσορίσουνε και θα σε προσκαλέσουνε να μπεις μέσα, από την χαμηλή την πόρτα τους, για να σε ειρηνέψουνε και να σε παρηγορήσουνε. Τα βουνά γύρω στην Αθήνα είναι καταστολισμένα απ' αυτά τα ταπεινά προσκυνήματα.

Γυρω στο Μαρούσι βρίσκονται κάμποσα τέτοια ρημοκκλήσια, πολύ συμπαθητικά. Ένα είναι οι Άγιοι Ασώματοι, και βρίσκεται μπαίνοντας στο χωριό από το δρόμο της Κηφισιάς. Το χτίσιμό του είναι απλό, το λεγόμενο βαρέλι, μονόκλιτος βασιλική, δηλαδή με μια καμάρα για σκεπή, όπως είναι όλα αυτά τα εκκλησάκια. Απ' έξω κείτουνται κάποια λιθάρια αρχαία, όπως κείτουνται στα πιο πολλά ρημοκκλήσια. Από μέσα είτανε όλο ζωγραφισμένο, πλην η αγιογραφία χάλασε χαμηλά από την υγρασία κι' απομείνανε μονάχα κάτι λίγες στην καμάρα, η Μεταμόρφωσις, η Σταύρωσις, η Ανάστασις, και κάποια στηθάρια αγίων. Σ' ένα μέρος ξεχωρίζει κι' ο φιλόσοφος Πλάτων, γιατί συνηθίζανε πολλές φορές να τον ζωγραφίζουνε στις εκκλησίες εκείνον τον καιρό, μαζί με άλλους σοφούς Έλληνες. Άλλο εξωκκλήσι είναι η Αγία Σωτήρα, κ' έχει μέσα λίγες τοιχογραφίες, τον Χριστό, τον Πρόδρομο, τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, και κάποιους άλλους αγίους. Από την άλλη μεριά του Μαρουσιού, κατά το βασίλεμα του ήλιου, βρίσκουνται πιο πολλά εξωκκλήσια και μια πιο μεγάλη εκκλησιά,που την λένε Παναγία Νεραντζιώτισσα. Είναι κι' αυτή σκεπασμένη με μια καμάρα, χωρίς κουμπέ, κ' είναι στεργιωμένη με δυναμάρια. Απ' έξω από την εκκλησιά κείτουνται πολλά σκαλιστά μάρμαρα από παλαιά χτίρια χριστιανικά. Από μέσα βρίσκουνται ακόμα εδώ κ' εκεί κάποιες αγιογραφίες, πλην είναι χαλασμένες και ξαναζωγραφισμένες από τωρινό άτεχνο χέρι. Αντίκρυ στη Νεραντζιώτισσα είναι ένα μικρό γυμνοβούνι, και λένε πως εκεί απάνω είτανε χτισμένος προ χιλιάδες χρόνια ο ναός της Αμαρυσίας Αρτέμιδος. Χαμηλά βρίσκεται ένα ρημοκκλήσι γκρεμισμένο, ο άγιος Νικόλαος. Στέκεται όρθιο το μισό κτίριο μαζί με τη χυβάδα του ιερού, και ξεχωρίζει ακόμα η Πλατυτέρα, φαγωμένη από τις βροχές. Πολλές φορές κάθισα κ' έκανα την προσευχή μου με μεγάλη κατάνυξη σ' αυτό το χάλασμα. Η ρεπιασμένη όψη του το κάνει πιο σεβάσμιο και πιο ταπεινό. Οι πέτρες από τον καιρό χωρίσανε η μια από την άλλη, κ' είναι σκεπασμένες από μούσκλια κι' αγριόχορτα, οι σουβάδες είναι μαυροκιτρινισμένοι από τη μούχλα, και τα ερημικά αγριολούλουδα ανεμίζονται ντροπαλά στους χαλασμένους τοίχους, σαν να προσκυνάνε την Παναγία που κάθεται μέσα στη χυβάδα. Το άγιο πρόσωπό της είναι σκεπασμένο από χορταράκια, τα χέρια της μαυρίσανε, ο Χριστός που κρατά στα γόνατά της είναι μισοσβυσμένος, ο θρόνος της είναι καταφαγωμένος από τα νερά κι' από τον αγέρα. Απάνω στο ρούχο της μολυντήρια και γουστέρες περπατάνε, μελίσσια και χρυσόμυγες της ψέλνουνε το «Επί σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις», σφαλάγκια της υφαίνουνε «σκηνήν περισκέπουσαν». Από τους ανθρώπους τη θυμούνται μονάχα κάποιες γυναίκες φτωχές χωριάτισες, «τα ταπεινά και τα εξουθενωμένα», και πάνε κι' ανάβουνε ένα καντήλι πούναι σφαλισμένο μέσα σ' ένα φανάρι οπού κρέμεται απόνα καρφί. Καμμιά φορά βρίσκεται κ' ένα λιβανιστήρι απάνω στην αγία τράπεζα. Ω πόσο γλυκό μπάλσαμο στάζει στην ψυχή του Χριστιανού από τούτη την απλότατη και βουνήσια λατρεία, μέσα σε πέτρες και σε χώματα και σε ξεράγκαθα αγιασμένα! Σε ποιο άλλο μέρος μπορεί να βρει κανένας τέτοια κρυφή και ταπεινή προσευχή, μέσα σε χαλάσματα, κι' απάνω σε βράχια και σε έρημους τόπους; Και πού αλλού θαρρεί πως ακούγει με τ' αφτιά του να μιλά ο Χριστός κ' οι άγιοι, και τον Δαυΐδ να λέγει «Πόσο αγαπημένα είναι τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων, η ψυχή μου ποθεί κ' αγάλλεται μέσα στην αυλή σου. Από τη νύχτα ξαγρυπνά το πνεύμα μου για σένα, Θεέ μου, και περιμένω την αυγή νάρθω στην εκκλησιά σου, γιατί είναι φως τα προστάγματά σου απάνω στη γη». Αγιασμένη Ελλάδα! Βασανισμένα κορμιά, πικραμένες ψυχές! Βάσανα που δεν γράφουνται στο χαρτί κάνουνε τις ψυχές να κρυφοκλαίνε και να γίνουνται άξιες να πάνε κοντά στο βασανισμένο τον Χριστό και στην πικραμένη την Παναγιά, και στους μάρτυρες που θανατωθήκανε για την πίστη μας. Κι' από τούτη τη συντριβή, κι' από τη βουβή θλίψη, έρχεται στην καρδιά η αληθινή ελπίδα κ' η παρηγοριά του Χριστού. Αυτό είναι το μυστήριο της Ορθοδοξίας. Από το σπόρο της πίκρας βγαίνει το λουλούδι της αληθινής χαράς, της χαράς του Χριστού. Για τούτο έγραφε ο πατριάρχης Λούκαρης: «Αν δεν έχομεν σοφίαν εξωτέραν, έχομεν, χάριτι Χριστού, σοφίαν εσωτέραν και πνευματικήν, η οποία στολίζει την ορθόδοξον πίστιν, και εις τούτο πάντοτε είμεσθεν ανώτεροι από τους άλλους, εις τους κόπους, εις τας σκληραγωγίας και εις το να σηκώνομεν τον σταυρόν μας και να χύνομεν το αίμα μας διά την πίστιν και την αγάπην την προς τον κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Εις την Ελλάδα τώρα τριακοσίους χρόνους κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται διά να στέκουν εις την πίστιν τους, και λάμπει η πίστις του Χριστού και τα μυστήρια της ευσεβείας, και σεις μου λέγετε ότι δεν έχομεν σοφίαν;»

Απάνω σ' αυτό το χαμοβούνι, στην κορφή του, είναι χτισμένο ένα εκκλησάκι, ο άγιος Γιάννης ο Πέλικας. Απ' όλα τούτα τα εξωκκλήσια ο άγιος Γιάννης είναι για μένα το πιο αγαπημένο. Στη χαμηλή την πόρτα από πάνω βρίσκεται μια μικρή θυρίδα, και μέσα είναι ζωγραφισμένος ο άγιος Γιάννης ο Πρόδρομος. Τον κυττάζεις μονάχα και ησυχάζουνε τα φυλοκάρδια σου, φεύγουνε από μέσα σου οι στενοχώριες, καθαρίζει κι' αλαφρώνει η καρδιά σου, γίνεσαι αξέγνοιαστος σαν το παιδί από τη χαρά. Η αληθινή χαρά είναι αυτή που βγαίνει από τα απλά κι' από τα αγνά πράγματα. Οι βαφές είναι χωματένιες και γλυκειές από την παληοσύνη, το χώμα είναι κολλημένο απάνω από τον αγέρα κι' από τη βροχή και ξεράθηκε από τον ήλιο. Μερμήγκια βοσκάνε απάνω στη μηλωτή του, μελίσσια βουσβουνίζουνε ήσυχα σα νάναι κερήθρα κείνη η θυρίδα. Το κεφάλι του άγιου Γιάννη είναι ανεμαλλιασμένο σαν πρίνος, το πρόσωπό του και τα χέρια του κεραμιδιά σαν ηλιοκαμένα, το ρούχο του είναι πράσινο ξεθωριασμένο, κι από τον καιρό πήρε μια γλυκύτητα που δεν μπορώ να την παραστήσω σ' όποιον δεν νοιώθει αυτή τη γλώσσα. Κάθεσαι στ' ασβεστωμένο πεζούλι, κι' ακούς το ερημικό τ' αγέρι που περνά από πάνω σου και σουσουρίζει χαροποιό μέσα στο θυρίδι που στέκεται οάγιος Γιάννης. Τι ειρήνη σε περισκεπάζει εδώ που κάθεσαι, ξεχασμένος από τον κόσμο. Και ρωτάς μονάχος σου: Γιατί να μην απογεύουνται όλοι οι άνθρωποι από τούτο το καθαρό νερό της αγνής ζωής! Από μέσα οι τοίχοι είναι ζωγραφισμένοι από τη γης έως απάνω. Η ζωγραφική είναι απείραχτη, μονάχα πούναι καπνισμένη από το λιβάνι κι' από τα κεριά. Από τη μια μεριά έχει στασίδια παλιά. Το τέμπλο είναι ξύλινο σκέτο, χωρίς πλουμίδια. Τα καντήλια είναι αναμμένα, μοσκοβολά το λιβάνι. Σαν μπεις μέσα, θαρρείς πως μπαίνεις στη σκηνή του Αβραάμ. Εκείνη η ζωγραφιστή καμάρα σε σκεπάζει με ειρήνη και με κατάνυξη, τ' άγιο βήμα είναι γεμάτο πίστη και μαρτύριο. Όλα είναι ταπεινά, όλα παρηγορητικά. Η αγιογραφία είναι καμωμένη από κάποιον αγιογράφο αγράμματο που δούλευε «εν αφελότητι καρδίας». Η τέχνη του δεν έχει μαστοριά, ούτε ξυπνάδα, ούτε τίποτα φανταχτερό. Απ' αυτά τα αθωότατα και τα ντροπαλά έργα βγαίνει μια γλυκύτατη πνοή από πίστη και ταπείνωση και σε κάνουνε να γίνεις κ' εσύ απονήρευτος κι' αθώος σαν και κείνον που τάφτιαξε. Μέσα στο σκοτεινό τ' άγιο βήμα είναι ζωγραφισμένη η Πλατυτέρα, κι' από κάτω οι πατέρες άγιος Βασίλειος, Χρυσόστομος, Γρηγόριος κι' Αθανάσιος, όλοι με σκούρα κι' ασκητικά πρόσωπα, στραβοζωγραφισμένοι, με λίγη τέχνη. Μόλα ταύτα έχουνε ένα βαθύ μυστήριο, που δεν μπορεί να το πετύχει η επιδεξοσύνη του χεριού. Στην καμάρα είναι ζωγραφισμένο το δωδεκάορτο, κι από κάτω στέκουνται ολόσωμοι άγιοι, όσιοι, ιεράρχες, μάρτυρες, κανωμένοι με χρώματα χωματένια σαν κανάτια, κίτρινες ώχρες, χοντροκόκκινα κεραμιδί, μαύρα λαδοπράσινα κι' άσπρα, που είναι ταιριασμένα με μια ήσυχη θρησκευτική σεμνοχρωμία. Τι κατανυχτικά που είναι διυλεμένα! Πας να τα περιεργασθείς από κοντά και χαίρεσαι την αθωότητα που έχει το πινέλο, τραβηγμένο από θεοφοβούμενο χέρι. Αναπαύεται η ψυχή σου κυττώντας τον άγιο Γιώργη, τον άγιο Δημήτρη, τον αββά Σισώη, τους αγίους Τεσσαράκοντα στη λίμνη της Σεβάστειας. Καλότυχος όποιος έφταξε να χαίρεται με τέτοια άτεχνα, καταφρονεμένα και φτωχά έργα!

Όσα εξωκκλήσια βρίσκουνται γύρω στο Μαρούσι όλα είναι ζωγραφισμένα από το ίδιο χέρι. Φαίνεται πως αυτός ο αγιογράφος είτανε ντόπιος απ' το χωριό, και δούλευε εκεί τριγύρω, και πως είτανε παπάς και λεγότανε Δημήτριος. Μέσα στο Μαρούσι σώζεται ένα παλιό εκκλησάκι, ο άγιος Δημήτριος, κ' έχει λίγους άγιους ζωγραφισμένους στη χυβάδα του ιερού. Κοντά στον άγιο Διονύσιο τον αρεοπαγίτη είναι γραμμένη τούτη η επιγραφή «1622 χειρ διμιτρίου ιερέος.» Λοιπόν αυτό το αγιασμένο χέρι έχει ζωγραφισμένα όλα εκείνα τα ρημοκκλήσια του Μαρουσιού. Αληθινά είπε ο προφήτης Ησαΐας, «Γλώσσαι αι ψελλίζουσαι μαθήσονται λαλείν ειρήνην.»

Φώτης Κόντογλου

_____________________________________________________________________________________

Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

Στην Τουρκοκρατία εγκαταστάθηκε στο Μαρούσι ο Τούρκος Μπέης Αλη Μπαμπάς ο οποίος άρπαξε τα κτήματα της περιοχής και τα έδωσε σε Τούρκους ευγενείς που ήρθαν και κατοίκησαν με μεγάλη ευχαρίστηση στον τόπο αυτό τον εύφορο, τον δροσερό, με το ωραίο κλίμα και τα άφθονα νερά. Οι Μαρουσιώτες κατάντησαν άλλοι κολλήγοι μέσα στην... περιουσία τους και άλλοι πρόσφυγες στην Κόρινθο, στο Άργος, στην Αρκαδία, στην Εύβοια, στις Κυκλάδες.
Όταν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού έδωσαν το "παρών" τους "με γενναιότητα" όπως λεει ο Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματα του εξυμνεί τους Μαρουσιώτες για την πάνδημη συμμετοχή τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της Αθήνας(άρχισε από το Μαρούσι στις 15 Οκτωβρίου 1821) και στον αγώνα για να σωθεί η Ακρόπολη από την πολιορκία του Κιουταχή.
Μετά την απελευθέρωση και τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα η Αττική χωρίστηκε σε επτά Δήμους. Ένας από αυτούς ήταν ο Δήμος Αμαρυσίων με 712 κατοίκους που περιλάμβανε τότε :

• Το παλιό Μαρούσι με 360 κατοίκους.
• Το Χαλάνδρι με 127 κατοίκους.
• Την Καλογρέζα με 8 κατοίκους.
• Την Πεντέλη με 6 κατοίκους.
• Τον Γέρακα με 2 κατοίκους.
• Τον Καρυτό με 21 κατοίκους.
• Το Μπραχάμι με 7 κατοίκους.
• Την Κηφισιά με 181 κατοίκους.

Οι άλλοι έξη Δήμοι της Αττικής ήταν :
• Ο Δήμος Αχαρνών με 3.542 κατοίκους.
• Ο Δήμος Μαραθώνος με 1.026 κατοίκους.
• Ο Δήμος Περαιά(Κάλαμος) με 1.011 κατοίκους.
• Ο Δήμος Μυρρινούντος(Λιόπεσι) με 431 κατοίκους.
• Ο Δήμος Αραφίας(Μαρκόπουλο) με 1.354 κατοίκους.
• Ο Δήμος Λαυρίου με 1.238 κατοίκους.

Πρώτος Δήμαρχος Αμαρυσίων ήταν ο Δημήτριος Μόσχας ο οποίος εκλέχτηκε τον Μάϊο του 1836. Δεύτερος Δήμαρχος ήταν ο Σωτήριος Χαϊμαντάς ο οποίος εκλέχτηκε το 1838. Το 1840 ο Δήμος Αμαρυσίων συγχωνεύτηκε με τον Δήμο Αθηναίων. Το 1850 έγινε πάλι ανεξάρτητος Δήμος. Το 1853 συγχωνεύτηκε ξανά με τον Δήμο Αθηναίων. Απέκτησε οριστικά την ανεξαρτησία του μετά από 72 χρόνια το 1925.

ΑΝΘΟΣΤΟΛΙΣΤΟ ΜΑΡΟΥΣΙ

Ένας απέραντος κήπος ήταν το Μαρούσι τον περασμένο αιώνα. Ένας πίνακας με λουλούδια, αμπέλια, ελαιώνες, λαχανικά, σιτάρι, φρούτα, νερό άφθονο που το πουλούσαν οι Μαρουσιώτες στην Αθήνα και στον Πειραιά, κότες, κατσίκες, πρόβατα και κανάτια φτιαγμένα από τα χέρια των αγγειοπλαστών που είχαν έρθει από τη Σίφνο αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους.
Το 1860 λειτουργούσε στο Μαρούσι δημοτικό σχολείο και ειδικό παρθεναγωγείο για τα κορίτσια. Το δημοτικό σχολείο στεγαζόταν μέχρι το 1870 σε ένα παλιό σπίτι απέναντι από τον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που ήταν τότε ένα μικρό εκκλησάκι με την καμπάνα του στηριγμένη σε... πάσσαλο! Αυτή την καμπάνα χτυπούσε κάθε πρωί ο δάσκαλος καλώντας τα παιδιά στο σχολείο. Το 1871 το σχολείο στεγάστηκε σε δικό του κτίριο στην πλατεία Ηρώων το οποίο αργότερα λειτούργησε σαν δημοτικό κατάστημα. Το 1874 στεγάστηκε και η Παναγία σε μεγάλο μητροπολιτικό ναό ο οποίος χτίστηκε στη θέση του παλιού ταπεινού ναΐσκου και εγκαινιάστηκε στις 15 Αυγούστου με 10 χιλιάδες προσκυνητές που είχαν έρθει από όλη την Ελλάδα.

ΤΟ... ΘΗΡΙΟ!

Το 1885 ήρθε στο Μαρούσι το... θηρίο, ο ατμοκίνητος σιδηρόδρομος που ξεκινούσε από τον Πειραιά. Οι ηλικιωμένοι Μαρουσιώτες έφτυναν στον κόρφο τους όταν τον έβλεπαν. Αρκετοί του έριχναν πέτρες και του έσπαζαν τα τζάμια φωνάζοντας τον "θηρίο της Αγίας Γραφής" και "μηχανή του σατανά"! Οι νεώτεροι τον λάτρευαν γιατί με το φτηνό εισιτήριο του έφερνε στο Μαρούσι νεολαία και λαϊκό κόσμο από την Αθήνα και το ζωντάνευε. Τρεις ώρες έκανε ο σιδηρόδρομος για να πάει από την Αθήνα στο τέρμα του στην Κηφισιά και εξυπηρετούσε εκατοντάδες ανθρώπους που δεν είχαν δική τους άμαξα ή δεν διέθεταν χρήματα για να πληρώσουν το ακριβό κόμιστρο της νοικιασμένης άμαξας.

Μισό αιώνα ανεβοκατέβαινε το "Θηρίο" φυσώντας και ξεφυσώντας. Το καλοκαίρι του 1938 σταμάτησε να λειτουργεί.

(Διαβάστε περισσότερα για το "Θηρίο" εδώ, απόσπασμα από το βιβλίο του Α. Ζαγκλή).

Ο ΛΟΥΗΣ

Το 1896 βρήκε τους Μαρουσιώτες με φουστανέλες και τσαρούχια και τις Μαρουσιώτισσες με τσεμπέρια και χοντρές μάλλινες κάλτσες.

Χωριό αλλά εκπαιδευτικό κέντρο της βόρειας Αττικής αφού στο δημοτικό σχολείο και στο σχολαρχείο του φοιτούσαν όχι μόνο Μαρουσιωτόπουλα αλλά και παιδιά από την Κηφισιά, το Χαλάνδρι, το Ηράκλειο, το Καπανδρίτι, τον Ωρωπό, το Μενίδι. Χωριό φημισμένο και για το ιαματικό για τους πάσχοντες από φυματίωση κλίμα του.
Εκείνο το χρόνο ήρθε και η μεγάλη νίκη του Μαρουσιού στους Ολυμπιακούς Αγώνες :
Σπύρος Λούης, πρώτος ολυμπιονίκης στον μαραθώνιο δρόμο.
• Ελευθέριος Παπασυμεών, 6ος στον μαραθώνιο δρόμο.
• Σταμάτης Μασούρης, 8ος στον μαραθώνιο δρόμο.
Μαρουσιώτες και ερασιτέχνες και οι τρείς.
Αμέσως μετά τον θρίαμβο της Ολυμπιάδας του 1896 το Μαρούσι απέκτησε γυμναστικό σύλλογο και γυμναστήριο από το οποίο βγήκαν πολλοί αθλητές πανελληνιονίκες και βαλκανιονίκες.

Ο ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Το 1925 επίσημα πια "Αμαρούσιον" αποσπάσθηκε οριστικά από τον Δήμο Αθηναίων και έγινε ανεξάρτητη κοινότητα με πρώτο πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Γαρδέλη ο οποίος εκλέχτηκε με ποσοστό 90%. Τον ίδιο χρόνο ιδρύθηκε στο Μαρούσι γυμνάσιο, το μοναδικό γυμνάσιο σε όλα τα βόρεια προάστια της Αθήνας.
Το 1930 το γυμνάσιο και τα δύο δημοτικά σχολεία του Αμαρουσίου στεγάστηκαν σε δικά τους ιδιόκτητα κτίρια στο γνωστό σχολικό συγκρότημα της λεωφόρου Κηφισίας που ήταν πρότυπο για την εποχή του με μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας, με άνετους προαυλιακούς χώρους, με υπόστεγο χώρο για γυμναστική και με αίθουσα τελετών.
Ο πληθυσμός του Αμαρουσίου αύξανε αλματωδώς χρόνο με το χρόνο. Από τους 3.450 κατοίκους που είχε το 1920, έφτασε το 1928 τους 7.567 κατοίκους. Το 1940 είχε 8.253 κατοίκους. Το 1943 έφτασε τους 10.000 κατοίκους και έγινε Δήμος. Το 1951 ο μαρουσιώτικος πληθυσμός ανέβηκε στους 12.080 κατοίκους παρά το γεγονός ότι το 1946 είχαν αποσπασθεί από το Μαρούσι, τα Μελίσσια και είχαν γίνει ανεξάρτητη Κοινότητα και το 1950 είχαν αποσπασθεί η Πεύκη και η Λυκόβρυση. Το 1961 το Μαρούσι είχε 20.135 κατοίκους και 27.000 κατοίκους το 1971. Τα τελευταία 28 χρόνια(1971-1999) ο πληθυσμός του Αμαρουσίου έχει υπερτριπλασιαστεί και έχει φτάσει τους 85.000 κατοίκους. Αλλά εκεί που έχει γίνει πραγματική έκρηξη τα τελευταία 28 χρόνια είναι στον αριθμό των επιχειρήσεων μεγάλων και μικρών που λειτουργούν στο Μαρούσι οι οποίες έχουν φτάσει τις 3.500! Αποτέλεσμα : Το Μαρούσι μπαίνει στον εικοστό πρώτο αιώνα και στην τρίτη μετά Χριστόν χιλιετία πόλη - κόμβος και κέντρο οικονομικό από τα μεγαλύτερα της χώρας.


Τα ιστορικά στοιχεία και οι φωτογραφίες για το Μαρούσι είναι από το βιβλίο του Τάκη Πολιτόπουλου "Μαρουσιώτικα, Άθμονον - Αμαρούσιον - Μαρούσι" και από το βιβλίο του Ανδρέα Ζαγκλή "ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΝ (ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΝ ΑΘΜΟΝΟΝ)".
____________________________________________________________________

Η ΜΑΓΚΟΥΦΑΝΑ ή ΜΑΓΚΑΦΑΝΑ

Οι Αθμονείς απόγονοι του μυθικού βασιλιά Κέκροπα είχαν ως βασικές ασχολίες την γεωργία, την κτηνοτροφία και την αγγειοπλαστική. Τα προϊόντα από τις ασχολίες αυτές τα πουλούσαν στην αγορά της Αθήνας.
Στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται η Πεύκη υπήρχαν βοσκότοποι. Οι αρχαίοι κτηνοτρόφοι μάζευαν γάλα και έφτιαχναν τυρί εξαιρετικής ποιότητας.
Από την περιοχή αυτή πιθανόν να πέρασαν οι οπαδοί του Κλεισθένη με προορισμό την Αθήνα για να καταλύσουν την τυρανίδα των Πεισιστρατιδών.
Ο Θεόδωρος Μαγκαφάς ήταν μάγιστρος (έπαρχος) στην Μ. Ασία την εποχή του Βυζαντίου. Κατά πάσα πιθανότητα οι απόγονοι του έφθασαν στην τότε τουρκοκρατούμενη Ελλάδα (16ος αιώνας) και εγκαταστάθηκαν στην Αττική. Οι αγάδες την Αθήνας παραχώρησαν στους Μαγκαφάδες βακούφια (μεγάλες εκτάσεις προς εκμετάλλευση) στην βορειοδυτική Αττική. Στις εκτάσεις αυτές περιλαμβάνονταν η περιοχή της σημερινής Πεύκης. Όταν ιδρύθηκε το Ελληνικό Κράτος και ανέβηκε στον
θρόνο ο Όθωνας, οι εκτάσεις αυτές δόθηκαν σε Βαυαρούς ακόλουθους της αυλής του βασιλιά.
Υπάρχει πιθανότητα οι εκτάσεις αυτές λόγω του πλούσιου εδάφους σε πράσινο, να χρησιμοποιήθηκαν σαν ιπποφορβεία. Παράλληλα στην περιοχή υπήρχαν στάνες Ελλήνων κτηνοτρόφων. Το όνομα "Μαγκουφάνα" προέρχεται και ετυμολογικά από την παραφθορά του ονόματος του άρχοντα Μαγκαφά.
Μία άλλη εκδοχή είναι εκείνη της "Μαγκούφας Άννας" η οποία κατοίκησε στην περιοχή μόνη της πιθανών κωφή και άρρωστη από φυματίωση προκειμένου να θεραπευθεί.
Τελικά τα κατάφερε και έμεινε στην περιοχή έως τον θάνατό της. Ο μακαρίτης Σωτήρης Πασσαλής αναφερόταν σε επιτύμβια πλάκα της "Άννας της Μαγκούφας" που βρίσκονταν εντός του κτήματος Αργύρη.
Άλλη εκδοχή όμοια της προηγούμενης είναι αυτή την οποία μας αφηγήθηκε ο Ν. Θεοχαρίδης που άκουσε από τον Γ. Κλιντήρη κάτοικο της περιοχής :
Στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Μουσείο Τσαρούχη η οποία τότε λέγονταν "
Τούσκουλουμ" κατοικούσε μόνη (μαγκούφα) σε μία παράγκα κάποια γυναίκα με το όνομα Άννα η οποία ήταν άρρωστη. Μετά την ανάρρωσή της μετέτρεψε την παράγκα της σε καφενείο "της Άννας της Μαγκούφας το καφενεδάκι" όπου ξεκουράζονταν οι κυνηγοί και οι περιπατητές.